H πραγματική σημασία της συμφωνίας της «8ης Ιουλίου»

2

Χρήστος Αλεξάνδρου

Ιστορικός – Κοινοβουλευτικός Συνεργάτης Κ.Σ. ΕΔΕΚ

Kατά καιρούς διάφοροι υποστηρικτές της Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας επικαλούνται την συμφωνία της «8ης Ιουλίου» του 2006 που συνομολόγησε ο τότε Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος. To κάνουν προκειμένου να ενισχύσουν τα επιχειρήματα τους υπέρ μιας τέτοιας διευθέτησης. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στο άρθρο εκείνο της συμφωνίας που έλεγε ότι στόχος της διαδικασίας των συνομιλιών ήταν η προαναφερθείσα λύση. Μάλιστα, κάποιοι, προχώρησαν ακόμα ένα βήμα, και ισχυρίστηκαν ότι για πρώτη φορά δεχθήκαμε σε έγγραφο των Ηνωμένων Εθνών να καταγράφεται ρητά ότι επιδιώκουμε την εν λόγω λύση. Πρόκειται περί χονδροειδούς ψέματος.

Το θέμα όμως είναι η ουσία της ίδιας της συμφωνίας της «8ης Ιουλίου». Μια ουσία, την οποία παραποιούσαν ή την παρέβλεπαν όταν ήταν σε ισχύ, εκείνοι που κατά καιρούς έρχονται να την επικαλεστούν προκειμένου να ενισχύσουν την προπαγάνδα τους υπέρ της συγκεκριμένης λύσης. Και δυστυχώς η μνήμη σε αυτό τον τόπο είναι τόσο κοντή όσο και επιλεκτική, που σε συνδυασμό με την επιφανειακή ανάλυση και πληροφόρηση δημιουργεί ισχυρά στρώματα άγνοιας και στρεβλώσεων.

 

Ο Τάσσος Παπαδόπουλος υπήρξε από τους λίγους πολιτικούς που κατανόησαν ότι οι διαδικασίες και οι «φόρμουλες» των συνομιλιών αποτελούν ουσιαστικά μέρος της λύσης του κυπριακού. Έτσι με την ισχυρή αυτοπεποίθηση που τον διέκρινε προχώρησε και πέτυχε την επίτευξη της συγκεκριμένης συμφωνίας. Με αυτήν, για πρώτη φορά η ελληνοκυπριακή πλευρά πήρε την πρωτοβουλία, κατέθεσε δικής της ολοκληρωμένη πρόταση, πέτυχε την υιοθέτηση της από τα Ηνωμένα Έθνη και οι Τούρκοι «αναγκάστηκαν» να την δεχθούν. Με την συμφωνία αυτήν οι διαπραγματεύσεις, για πρώτη φορά μετά το ’74, ετίθεντο πάνω σε νέα βάση, και αυτή είναι η πραγματική σημασία της συμφωνίας.

Με βάση τις πρόνοιες της συγκροτήθηκαν δύο κατηγοριών τεχνικές επιτροπές, μια για ζητήματα καθημερινότητας, και μια για πιο σημαντικές πτυχές του κυπριακού, όπως ασφάλεια κ.ά. Οι επιτροπές αυτές, μια για κάθε πτυχή, θα επεξεργάζονταν τα θέματα για τα οποία ήταν αρμόδιες και θα αποσκοπούσαν σε επίτευξη συμφωνίας με τις αντίστοιχες τουρκικές, από «τεχνικής» φύσεως. Για παράδειγμα, η τεχνική επιτροπή για τους εποίκους ( οι Τούρκοι ποτέ δεν δέχτηκαν η κρισιμότατη αυτή πτυχή να ονομαστεί «εποικισμός» αλλά «ζητήματα ιθαγένειας» και εμείς, χωρίς κανένα ενδοιασμό, σαν τους κρετίνους, το δεχτήκαμε), θα αποφάσιζε όχι πόσοι θα φύγουν ή θα παραμείνουν, αλλά την διαδικασία βάση της οποίας θα αναχωρούσαν όσοι μετά την υπογραφή της λύσης θα εγκατέλειπαν την Κύπρο.

Θα καθοριζόταν ποιος θα έλεγχε την έξοδο τους από το νησί, ποιος θα διόρθωνε προκύπτουσες «εκτροπές», αν θα αναχωρούσαν ανά τρίμηνο ή ανά εξάμηνο κατά ομάδες και πόσοι κ.ά. Θα δημιουργείτο δηλαδή ένα ολοκληρωμένος μηχανισμός που θα ήταν έτοιμος να εφαρμόσει αυτά που θα έρχονταν αργότερα να συμφωνήσουν σε πολιτικό επίπεδο οι ηγέτες. Στις περιπτώσεις που μια τεχνική επιτροπή προχωρούσε την πτυχή που δούλευε και πλησίαζε σε συμφωνία ή όπου εν πάση περιπτώσει κρινόταν επιβεβλημένη η παρουσία των ηγετών αυτοί, Τάσσος Παπαδόπουλος και Μεχμέτ Ταλάτ, θα συναντιούνταν για να λύσουν προβλήματα, να σφραγίσουν πολιτικά τη συμφωνία κ.τ.λ.

Η συμφωνία δεν άρεσε στους Τούρκους και προσπάθησαν από την αρχή να την υπονομεύσουν. Αυτό και μόνο έπρεπε να μας προβληματίσει για τους πραγματικούς τους στόχους. Γιατί άραγε να τους ενοχλεί μια «τεχνική συμφωνία» για το πώς θα υλοποιούνταν οι αποφάσεις που θα έπαιρναν οι δύο ηγέτες για το θέμα των εποίκων ή των «εδαφικών αναπροσαρμογών»; H παρελκυστική τους τακτική, που σε πολλές περιπτώσεις τους οδηγούσε να μην συμφωνούν ούτε καν στην ατζέντα των επιτροπών, φαινόταν ότι δεν θα επέτρεπε την «γρήγορη λύση», όπως επιθυμούσαν οι έξωθεν και οι έσωθεν θιασώτες του σχεδίου Ανάν. Για αυτό, και διακριτικά αλλά εμφανώς, άρχισαν και στρέφονταν κατά της συμφωνίας και του εμπνευστή της. Ο ολίγιστος Κασουλίδης την απαξίωνε ως μια συμφωνία που αφορά μόνο «τεχνικά θέματα», ενώ ο θρασύς Χριστόφιας αναφερόμενος στην άρνηση του Παπαδόπουλου να συναντήσει τον Ταλάτ, αφού δεν συνέτρεχε λόγος για κάτι τέτοιο βάση των μέχρι τότε αποτελεσμάτων, προέτρεπε: «ας βρεθούν να πιούν ένα καφέ σιόρ». Έτσι δεν είναι τυχαίο που ο τελευταίος όταν διαδέχτηκε το Τάσσο στην προεδρεία έθεσε προγραμματικά την συμφωνία στο περιθώριο μέχρι που εκφυλίστηκε.

Όσοι λοιπόν επικαλούνται τον Τάσσο Παπαδόπουλο λέγοντας ότι και ο ίδιος συνομιλούσε για λύση Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας, και πράγματι έχουν δίκαιο, θα πρέπει να είναι έντιμοι. Ο Παπαδόπουλος (προσωπικά αμφιβάλλω αν ο ίδιος, ειδικά μετά το 2004, πίστευε στην δυνατότητα μια τέτοιας λύσης) την αποδεχόταν υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν «με το σωστό περιεχόμενο» και θα προέκυπτε με την μεθοδολογία της «8ης Ιουλίου». Αν είναι όντως καλοπροαίρετοι, και αισθάνονται ότι συμπίπτουν με τον Τάσσο, ας υιοθετήσουν την λογική της «8ης Ιουλίου» ώστε, αν μη τι άλλο, να υπάρχει μια ορθολογιστική βάση για την επίτευξη της εν λόγω λύσης και να ενισχυθεί η προοπτική της λειτουργικότητας της.

You may also like