Η Ασφάλεια στο πλαίσιο Γκουτέρες. Μία ή δύο αναγνώσεις;

Η εκπρόσωπος τύπου της ΕΔΕΚ Μαρία Παναγιώτου

Άρθρο Μαρίας Παναγιώτου
Εκπρόσωπος Τύπου ΕΔΕΚ, Μέλος Κ.Ε. ΕΔΕΚ

Το πλαίσιο Γκουτέρες έχει χαρακτηριστεί από κυβερνητικής πλευράς και από τις ηγεσίες ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ ως θετικό και πως οι επικείμενες διαπραγματεύσεις πρέπει να στηρίζονται σε αυτό.

Κατά γενική ομολογία το εν λόγω πλαίσιο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια τα οποία έχουν απροκάλυπτα αρνητικές επιπτώσεις για την ελληνοκυπριακή πλευρά (εκ περιτροπής προεδρία, τέσσερις βασικές ελευθερίες σε Τούρκους πολίτες κ.ά.) και δύο θετικές, εάν δει κανείς το ποτήρι μισογεμάτο. Το θέμα της ασφάλειας αποτελεί το ένα εκ των δύο θετικών στοιχείων.

Ειδικότερα, στις 5 Ιουλίου 2017, ο Γενικός Γραμματέας (Γ.Γ.) σημείωσε τα εξής: «Πιστεύω ότι πρέπει να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο καθεστώς ασφάλειας και όχι συνέχιση [του υφιστάμενου]. Χρειάζεται να τερματίσουμε το Δικαίωμα Επέμβασης και της Συνθήκη Εγγυήσεων. Χρειάζεται να αντικατασταθούν με ένα νέο σύστημα διαβεβαιώσεων ώστε όλοι οι Κύπριοι να νοιώθουν ασφάλεια. Ένας νέας μηχανισμός εφαρμογής ο οποίος θα εμπλέκει και κάτι εκτός Κύπρου. Οι Εγγυήτριες δεν μπορούν να παρακολουθούν την εφαρμογή των υποχρεώσεών τους».

Τα θετικά στοιχεία που προκύπτουν από το εν λόγω πλαίσιο είναι η συνειδητοποίηση της ανάγκης για κατάργηση του υφιστάμενου συστήματος εγγυήσεως της συνταγματικής νομιμότητας. Εδώ πρέπει να ξεκαθαριστεί και να τονιστεί πως το υφιστάμενο σύστημα δεν προνοεί μονομερή επεμβατικά δικαιώματα όπως λανθασμένα προβάλλεται τόσο από την Τουρκία όσο και από ορισμένους ελληνοκύπριους πολιτικούς οι οποίοι για δικούς τους λόγους υιοθετούν την τουρκική θέση.

Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ ορθώς αναγνωρίζει ότι το υπάρχον καθεστώς ασφαλείας (αυτό του 1960) είναι απαρχαιωμένο, αποτυχημένο και δεν μπορεί να συνεχιστεί. Εξάλλου, το γεγονός και μόνο ότι η μια εκ των εγγυητριών δυνάμεων κατέχει παράνομα και για 43 ολόκληρα χρόνια το 37% του κράτους του οποίου την ασφάλεια είχε εγγυηθεί, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

Τα αρνητικά στοιχεία των απόψεων που καταθέτει ο Γ.Γ. για την ασφάλεια προκύπτουν από την ασάφεια μέρους της πρότασης που καταθέτει. Συγκεκριμένα, ο Γ.Γ. αναφέρεται σε ένα νέο σύστημα ασφάλειας στο οποίο αφενός δεν θα συμμετέχουν οι εγγυήτριες δυνάμεις (αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο), αφετέρου όμως, τονίζει την ανάγκη αντικατάστασης του υφιστάμενου.

Καταρχήν γιατί αντικατάσταση και όχι κατάργηση του συστήματος ασφάλειας. Η Κυπριακή Δημοκρατία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον 21ο αιώνα δεν χρειάζεται σύστημα εγγύησης ή ασφάλειας για την εφαρμογή του συντάγματος και τη δημοκρατική του λειτουργία.

Ποιό μπορεί να είναι αυτό το σύστημα στο οποίο όλοι οι Κύπριοι θα νιώθουν ασφάλεια; Γνωρίζουμε τόσο από τις δημόσιες δηλώσεις όσο και από τα όσα διέρρευσαν για το τι ακριβώς κατέθεσε στο Κραν Μοντάνα η τουρκική πλευρά. Ξέρουμε πως επιμένει σε παρουσία τουρκικών στρατευμάτων και τουρκικών εγγυήσεων. Ποιά είναι η μέση οδός που θα ικανοποιεί λοιπόν το σύνολο των Κυπρίων; Ολίγον τουρκικές εγγυήσεις και παραμονή αριθμού τουρκικών στρατευμάτων;

Κατά την άποψή μας θα θεωρείτο διπλωματική επιτυχία και θετική εξέλιξη εάν ο Γ.Γ. αναφερόταν σε κατάργηση του συστήματος εγγυήσεων και έμενε μέχρι εκεί. Και αυτό γιατί είναι διαφορετική η εγγύηση της εφαρμογής της συμφωνίας, η οποία είναι επιβεβλημένη από τον ΟΗΕ και την Ε.Ε., και διαφορετική η εγγύηση της συνταγματικής ασφάλειας.

Το γεγονός ότι η Κύπρος είναι μέλος της Ε.Ε., η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου χωρίς παρεκκλίσεις σε όλη την επικράτεια του νησιού, αποτελούν την καλύτερη εγγύηση για τη συνταγματική νομιμότητα. Αυτό αυταπόδεικτα καταργεί την ανάγκη εγγυήσεων σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.

Η αναφορά σε νέο σύστημα εγγυήσεων έρχεται σε αντίθεση με τα πιο πάνω και προϋποθέτει παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Όσοι λοιπόν επικαλούνται μια ευρωπαϊκή λύση θα πρέπει να είναι ξεκάθαροι και να εμμένουν σε αυτήν, χωρίς ουρές και παραθυράκια που θα αυτό-αναιρούν τα λεγόμενά τους. Πρόνοιες που θα επιτρέπουν στην Τουρκία να επεμβαίνει στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, απλά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τους Ελληνοκύπριους.

Η ασφάλεια σε συνάρτηση με τη λειτουργικότητα του κράτους είναι ίσως οι δύο πλέον σημαντικές πτυχές του Κυπριακού. Η Κυπριακή Δημοκρατία ως το «αδύνατο» μέρος αυτών των συζητήσεων, θ πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, τόσο στις προτάσεις που υποβάλλει όσο και στις προτάσεις που αποδέχεται αλλά και στη διαδικασία που ακολουθείται. Και αυτό επειδή τα μέχρι σήμερα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η διαδικασία είναι εξίσου σημαντική με την ουσία του προβλήματος.

You may also like