ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η στροφή προς τη συνομοσπονδία: πότε και πώς έγινε;

sta-vathia-eiserchetai-i-diadikasia-sto-kypriako

Μέσα στο εσωτερικό μας μέτωπο υπήρχε  εξ αρχής διάσταση απόψεων ως προς την επιδιωκόμενη λύση του προβλήματος μας.

Από τη μια ήταν  και είναι οι απαιτήσεις, αμετακίνητες μέχρι τώρα, της Τουρκίας για διζωνική ομοσπονδία, την οποία μάλιστα περιγράφει αρκετά λεπτομερειακά έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για συνομοσπονδία δύο κρατών σε ομοιογενείς πληθυσμούς, καθαρά τουρκικό στο Βορρά, ελληνικό στο Νότο, εγγυημένες πλειοψηφίες τόσο των πληθυσμών όσο και της ιδιόκτητης γης, με χωριστούς στρατούς και αστυνομίες, με χωριστή δικαιοσύνη κ.λπ. κ.λπ Και από την άλλη η θέση της ελληνικής πλευράς που επέμενε στην ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής και των εποίκων και στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Από κάποιο σημείο και μετά η θέση της ελληνικής πλευράς έπαψε να είναι ενιαία. Διασπάστηκε το ελληνοκυπριακό μέτωπο και προ πάντων οι πολιτικές δυνάμεις στους «ρεαλιστές» που αποδεχόντουσαν τη διζωνική και στους «απορριπτικούς» που δεν την δέχονται επιμένοντας σε ένα κράτος που να διασφαλίζει πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες.

Αποτέλεσμα αυτής της διάσπασης ήταν η συνέχεια της πολιτικής μας στο Κυπριακό ανάλογα με το ποιο Κόμμα ή ποιος Πρόεδρος βρισκόταν στην εξουσία.

Στην πορεία αυτή του Κυπριακού αποτέλεσε σταθμό η Προεδρία Γιώργου Βασιλείου με τις ιδέες Γκάλι και το ψήφισμα 750 του Σ.Α. Από τότε άλλαξε ριζικά η «λύση» του Κυπριακού στο εξωτερικό και προ πάντων στα Η.Ε. Αυτά τα δύο γεγονότα σήμαναν την στροφή του διεθνούς παράγοντα προς τη συνομοσπονδία.

Αξίζει πιστεύω να δούμε αυτά τα δύο γεγονότα για να συνειδητοποιήσουμε που πάμε.

Η έκθεση του Γ.Γ. του ΟΗΕ και το ψήφισμα 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας σηματοδοτούν τη μεγάλη στροφή του διεθνούς παράγοντα στο Κυπριακό.

Συγκριτική μελέτη τόσο της έκθεσης του Γ.Γ. όσο και του ψηφίσματος 750 του Σ.Α. το 1992 με όλες τις προηγούμενες αποφάσεις του διεθνούς οργανισμού οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για πολύ αρνητικές εξελίξεις για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Γιατί; Διότι μέχρι το ψήφισμα 649 το κέντρο βάρους των αποφάσεων του ΟΗΕ υπήρξε η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η αποχώρηση των ξένων (κατοχικών) στρατευμάτων και των εποίκων από την Κύπρο και η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Από το 649 και μετέπειτα υπεισέρχονται νέα στοιχεία που συνιστούν ουσιώδεις και επικίνδυνες αποκλίσεις από τα προηγούμενα. Αυτά τα νέα στοιχεία με σαφήνεια μορφοποιούνται και επιβεβαιώνονται στο 750 το οποίο πλέον αποτελεί το σημείο στροφής, το σημείο μετατόπισης και επίσημων θέσεων του Σ.Α. Μετατόπισης προς τις θέσεις της Τουρκίας. Και υπό αυτή την έννοια το ψήφισμα αποτελεί αρνητική εξέλιξη.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία που δημιουργούν την μετατόπιση;

  1. Η έννοια της ισότητας των κοινοτήτων

Το πρώτο στοιχείο είναι η πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων. Το στοιχείο αυτό πέραν του ότι περιγράφεται στην παρ. 11 της έκθεσης του Γ.Γ. και υιοθετείται από το ψήφισμα 750, είναι διάχυτο σ’ ολόκληρη την έκθεση και ειδικά στη δέσμη ιδεών.

Λόγου χάριν στην παρ. 18 της έκθεσης Γκάλι αναφέρεται και μάλιστα μέσα σε εισαγωγικά σε συμφωνημένη αντίληψη ότι: «Η Κύπρος είναι το κοινό σπίτι της Ελληνοκυπριακής και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Η σχέση τους δεν είναι σχέση πλειοψηφίας και μειοψηφίας αλλά σχέση δύο κοινοτήτων στο Κυπριακό κράτος».

Δηλαδή διευκρινίζεται για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι συμφωνήθηκε η κατάργηση της έννοιας πλειοψηφίας και μειοψηφίας.

Στην παρ. 19 επαναλαμβάνεται ότι ενσωματώνεται η αντίληψη της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων την οποία προσυπέγραψε το Σ.Α με το ψήφισμα 716.

Στην παρ. 22 που επίσης υιοθετήθηκε από το Σ.Α. αναφέρεται ότι συζητήθηκε η επιλογή να υπάρχουν ξεχωριστές πλειοψηφίες στην Κάτω Βουλή για ορισμένα μεγάλης σημασίας θέματα. Το στοιχείο αυτό των ξεχωριστών πλειοψηφιών ξεκινά από την αντίληψη της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων και την κατάργηση της έννοιας της πλειοψηφίας στο νέο κράτος που θα δημιουργηθεί.

Στην παρ. 23 που αναφέρεται στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών και η οποία επίσης υιοθετήθηκε από το ψήφισμα 750 σαφώς και απερίφραστα δηλώνεται ότι ένα τουλάχιστον από αυτά τα δικαιώματα, εκείνο της ελευθερίας εγκατάστασης υπόκειται στην αντίληψη της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων. Λέγει χαρακτηριστικά η παρ. 23 «Η ελευθερία εγκατάστασης και το δικαίωμα ιδιοκτησίας πρέπει να εφαρμοστούν μόλις συμπληρωθεί η επανεγκατάσταση που θα προκύψει από τις εδαφικές προσαρμογές και θα ρυθμίζεται από τα ομόσπονδα κράτη με συμφωνημένο τρόπο που να συνάδει με το ομοσπονδιακό σύνταγμα.

Δηλαδή αναγνωρίζεται κυριαρχικό δικαίωμα σε καθένα από τα ομόσπονδα κράτη να επιτρέπουν ή να μην επιτρέπουν σε πολίτες της Δημοκρατίας να εγκαθίστανται όπου θέλουν και να αποκτούν περιουσία όπου επιθυμούν.

Στην παρ. 26, (που δεν ενσωματώθηκε στο ψήφισμα 750 του Σ.Α., αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα ακόμα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο για το πώς αντιλαμβάνεται πλέον το  Σ.Α. την πολιτική ισότητα) αναφέρεται ότι: Το θέμα της ένταξης στην ΕΟΚ θα πρέπει να υποβληθεί προς έγκριση στις δύο κοινότητες σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα.

Στην παρ. 27 της έκθεσης, που υιοθετήθηκε επίσης στο ψήφισμα 750 επαναλαμβάνεται και πάλιν η αρχή των χωριστών δημοψηφισμάτων στις δύο κοινότητες αναφορικά με μέτρα για προαγωγή της καλής θέλησης και των στενότερων δεσμών μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Τέλος, για να κλείσουμε το ζήτημα της πολιτικής ισότητας, επανέρχομαι στην παρ. 11 της έκθεσης, που αναφέρεται στην έννοια αυτή για να υπογραμμίσω τη φράση που λέει για «εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θα έχει εξουσία να υιοθετήσει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των συμφερόντων μιας κοινότητας».

Και οι εγγυήσεις αυτές ασφαλώς, πέραν της δαμόκλειας σπάθης της στρατιωτικής τουρκικής επέμβασης, θα αφορούν τα γνωστά πια δικαιώματα VETO επί παντός θέματος που κατά τη γνώμη του οποιουδήποτε Ντενκτάς, θα γίνει ή θα αφορά συμφέροντα της Τ/κής κοινότητας. (Αλήθεια ποια απόφαση είναι δυνατό να μην έχει σχέση με τα συμφέροντα και της Τ/κής κοινότητας αφού θα έχει σχέση με ολόκληρο το λαό της Κύπρου;)

Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω γεννάται ένα ερώτημα: Η αντίληψη της πολιτικής ισότητας όπως την περιγράφουν η έκθεση Γκάλι και το ψήφισμα 750, πόσο διαφέρει από την απαίτηση της Τουρκίας για χωριστή κυριαρχία ή τουλάχιστον ανοχή αυτής της απαίτησης;

Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι μέσα από την  περιγραφή της έννοιας της πολιτικής ισότητας, και μέσα από την συνεχή επανάληψη της στο κείμενο της δέσμης ιδεών, δεν αναγνωρίζεται κυριαρχία στην κάθε κοινότητα;

Είναι άραγε δύσκολο ν’ αντιληφθούμε ότι υιοθέτηση αυτής της άποψης θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη δημιουργία μιας νέας Γιουγκοσλαβίας της οποίας η δομή και το μέλλον θα είναι χειρότερα από εκείνα της διαλυθείσας Γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας;

  1. Η πλειοψηφία πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης

Όλες οι πλευρές στην Κύπρο θεώρησαν και χαρακτήρισαν απαράδεκτο τον όρο περί πλειοψηφίας πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης που περιέχεται στην παρ. 20 της έκθεσης του Γ.Γ.

Το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό δεν χρειάζεται σχολιασμό.

Εκείνο όμως που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι η σύνδεση του ζητήματος αυτού (δηλ. των εγγυημένων πλειοψηφιών πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης) με τη διζωνικότητα της ομοσπονδίας.

Η δε διατύπωση της παραγράφου αυτής δίνει την εντύπωση ότι για τον Γ.Γ. και το Σ.Α. αυτά τα πράγματα είναι δεδομένα. Λέγει η παρ. 20 «Η διζωνικότητα της ομοσπονδίας αντανακλάται στο γεγονός ότι κάθε ένα από τα ομόσπονδα κράτη θα διοικείται από μια κοινότητα και θα υπάρχει εγγύηση για μια σαφή πλειοψηφία του πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης στην περιοχή της».

Η παράγραφος 20 της έκθεσης που παρουσιάζει σαν γεγονός ή σαν δεδομένα ή σαν συμφωνημένα την εγγύηση της πλειοψηφίας πληθυσμού και γης, αποτελεί αυτή τη στιγμή τμήμα της απόφασης 750 του Σ.Α και αντιστρατεύεται άμεσα και απερίφραστα το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης και το δικαίωμα της απόκτησης περιουσίας. Τα δικαιώματα αυτά των πολιτών της Δημοκρατίας θα ευρίσκονται υπό την αίρεση των ομόσπονδων κρατών μελών και όχι της κεντρικής κυβέρνησης. Άρα τα ομόσπονδα κράτη θα ασκούν κυριαρχικά δικαιώματα στα εδάφη των περιοχών τους.

Με άλλα λόγια η παρ. 20 την οποία το Σ.Α.Α υιοθέτησε στην απόφαση 750 συνδέει τη διζωνικότητα με κάποιας μορφής κυριαρχία των κρατών μελών.

Το σημείο αυτό είναι τρομακτικής σημασίας. Είναι η πρώτη φορά μετά τη Ζυρίχη και μετά το ‘74 που ο διεθνής οργανισμός μετατοπίζεται από την έννοια του δικοινοτικού κράτους χωρίς την εδαφική κυριαρχία των κοινοτήτων σε διζωνικό κράτος με εδαφική κυριαρχία των κοινοτήτων. Είναι σαφέστατη η μετατόπιση προς τη συνομοσπονδία.

  1. Στροφή από την Ομοσπονδία στη Συνομοσπονδία

Η στροφή που επιχειρείται από το Σ.Α. από τη λύση ομοσπονδίας προς τη λύση συνομοσπονδίας πέραν από τα σημεία που αφορούν την πολιτική ισότητα, την κατάργηση της πλειοψηφίας στο ενιαίο σύνολο του κράτους, και την καθιέρωση της εγγυημένης πλειοψηφίας πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης, που ήδη περιγράφαμε και αναλύσαμε προηγουμένως, γίνεται ακόμα πιο σαφής και εντελώς άμεση με πρόνοιες της παρ. 22 της έκθεσης που έχει επίσης υιοθετηθεί από το Σ.Α. Στο τέλος της παρ. 22 αναφέρεται επί λέξη: «Προβλέπεται επίσης ότι όλες οι εξουσίες που δεν ανατίθενται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα ασκούνται από τις δύο ομόσπονδες πολιτείες».

Χρειάζεται άραγε να προσφύγουμε στα φώτα συνταγματολόγου, οποιουδήποτε συνταγματολόγου, για να γνωρίζουμε ότι οι συνομοσπονδίες δημιουργούνται ύστερα από συμφωνία κυρίαρχων κρατών που συναινούν να παραχωρήσουν προς την κεντρική κυβέρνηση αριθμό δικών τους εξουσιών, διατηρώντας για τον εαυτό τους όλες τις υπόλοιπες εξουσίες υφιστάμενες ή μελλοντικές; Χρειάζεται να μας εξηγήσει κανείς πως βασικό γνώρισμα των συνομοσπονδιακών συστημάτων είναι η διατήρηση του λεγόμενου υπόλοιπου εξουσίας στις ομόσπονδες πολιτείες;

Η έκθεση του Γ.Γ. μας πληροφορεί ότι πάνω στα θέματα αυτά που κύρια αφορούν τη δομή του νέου κράτους υπήρξε κατ’ αρχήν συμφωνία ή σύγκλιση. Δηλαδή η δική μας κυβέρνηση κατ’ αρχήν τα έχει αποδεκτή. Αν πράγματι τα αποδέχτηκε η κυβέρνηση γιατί το έπραξε;

Μήπως εν αναμονή ή με την ελπίδα των εδαφικών ανταλαλγμάτων;

Μέσα στα πλαίσια μιας αντίληψης περί «ρεαλισμού» αυτός ο συλλογισμός θα αποτελούσε μια άποψη με κάποια λογική, λανθασμένη για μένα, αλλά εν πάσει περιπτώσει θα’ ναι μια άποψη.

Το ερώτημα είναι πόσο ρεαλιστική είναι αυτή η προσδοκία και πόσο ορθοί ή λανθασμένοι κρίνονται οι χειρισμοί της κυβέρνησης που έγιναν με βάση αυτή την άποψη.

  1. Το εδαφικό

Στο ενημερωτικό μέρος της έκθεσης του ο Γ.Γ. στην παρ. 6 μας πληροφορεί ότι «κατά τη διάρκεια των συζητήσεων η Τουρκοκυπριακή πλευρά είχε κυρίως τονίσει τη σημασία της διζωνικότητας, της πολιτικής ισότητας, την αποτελεσματική συμμετοχή της στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και την ασφάλεια…». Ενώ: «Η ελληνοκυπριακή πλευρά έδωσε έμφαση κυρίως στην εδαφική πτυχή, τους εκτοπισμένους, την αποτελεσματική λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και την ασφάλεια».

Παρακάτω στην παρ. 8 αναφέρεται ότι; «Το Μάρτιο 1991 υπήρξε η αίσθηση ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν μπορούσαν να προχωρήσουν τα θέματα των εδαφικών προσαρμογών και των εκτοπισμένων, θεωρήθηκε ότι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί σε λίγους μήνες». Αλλά τα θέματα αυτά είναι εκείνα στα οποία έδωσε έμφαση η ελληνοκυπριακή πλευρά. Ενώ στα θέματα που ενδιαφέρονταν η τουρκική πλευρά (διζωνικότητα, πολιτική ισότητα, αποτελεσματική συμμετοχή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και ασφάλεια) σύμφωνα με την παρ. 6 της έκθεσης του Γ.Γ. φαίνεται ότι δεν αποτελούσαν πλέον πρόβλημα.

Δηλαδή η ελληνοκυπριακή πλευρά έκανε τις υποχωρήσεις που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την τουρκική πλευρά στα θέματα που την ενδιέφεραν, ενώ η τουρκική πλευρά δεν έπραξε το ίδιο για το εδαφικό και τους πρόσφυγες που κυρίως ενδιέφεραν την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Από τότε ως σήμερα το εδαφικό εξακολουθεί να αποτελεί, με την έκθεση του Γ.Γ., την εκκρεμότητα που επείγει να διευθετηθεί.

Η έκθεση του Γ.Γ. της 3ης Απριλίου και η απόφαση 750 του Σ.Α. της 10 Απρ. 1992 υιοθετούν τα όσα συμφωνήθηκαν στη διαδικασία των παρασκηνιακών συνομιλιών: την πολιτική ισότητα, τη διζωνικότητα, την κατάργηση της έννοιας της ενιαίας πλειοψηφίας και την εισαγωγή των χωριστών πλειοψηφιών, την εδαφική κυριαρχία των ομόσπονδων πολιτειών (παρ. 20 της έκθεσης), τις εγγυήσεις (αρθρ. 24) και τη συνομοσπονδιακή δομή του κράτους (αρ. 22). Όλα αυτά που είναι οι τουρκικές απαιτήσεις, αποτελούν πλέον υιοθετημένες από το Σ.Α. απόψεις, ενώ το εδαφικό και οι πρόσφυγες που αποτέλεσαν τα κύρια ενδιαφέροντα της ελληνοκυπριακής πλευράς παραμένουν απλά νεφελώματα ή στην καλύτερη περίπτωση θέματα επί των οποίων «υπολείπεται να γίνει επείγουσα εργασία».

Με άλλα λόγια η Τουρκία πέτυχε ήδη να περιβάλει με την ηθική και πολιτική δύναμη των Η.Ε. τις δικές της απόψεις και απαιτήσεις χωρίς καν να δεσμευτεί για το εδαφικό, για τους πρόσφυγες για τη λειτουργικότητα του κράτους.

Για την Τουρκία, η πολιτική ισότητα, η κατάργηση της έννοιας της πλειοψηφίας η εδαφική κυριαρχία του «κράτους» του Ντενκτάς αποτελούν αυτή τη στιγμή αυτό που λέμε: Ένα το κρατούμενο. Από κει και πέρα ήταν αφέλεια να ελπίζει κανείς ότι η Τουρκία θα κάμει εδαφικές παραχωρήσεις ότι θα δεκτή την επιστροφή των προσφύγων και ότι θα συναινέσει σε κράτος λειτουργικό. Διότι ούτε την επεκτατική της πολιτική εγκατέλειψε ούτε και έγινε η θέση της δυσχερέστερη μετά το ψήφισμα 750. Απεναντίας το 750 την ενισχύει και τη δικαιώνει.

  1. Οι εγγυήσεις

Διερωτώμαι πράγματι αν έχουν συνειδητοποιηθεί οι επιπτώσεις της παρ. 24 της έκθεσης του Γ.Γ. για τις εγγυήσεις, η οποία παράγραφος έχει υιοθετηθεί από το ψήφισμα 750 του Σ.Α.

Η εν λόγω παράγραφος ανάφερε επί λέξει «Η ασφάλεια και των δύο κοινοτήτων πρέπει να τύχει εγγύησης μέσον της συνθήκης εγγύησης και της συνθήκης συμμαχίας του 1960 που θα συμπληρωθούν και οι δύο κατάλληλα…»

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι η αναφορά στην ασφάλεια των δύο κοινοτήτων (δηλαδή των δύο ομόσπονδων πολιτειών) και η παντελής έλλειψη οποιαδήποτε αναφοράς στην ασφάλεια της νέας Δημοκρατίας που θα προκύψει:

Επειδή σε τέτοια έγγραφα τίποτε δεν είναι τυχαίο δυσκολεύομαι να το πιστέψω πως η παράλειψη αυτή οφείλεται σε αβλεψία ή σε καλοπροαίρετο λάθος. Όχι. Η αναφορά αυτή είναι απόλυτα εναρμονισμένη με το συνομοσπονδιακό πνεύμα που διατρέχει απ’ άκρο σε άκρο και την έκθεση και το ψήφισμα. Αυτό που στοχεύει η παρ. 24 είναι η διασφάλιση των δύο ομόσπονδων πολιτειών. Το ομοσπονδιακό κράτος είναι δευτερεύουσα υπόθεση.

Το δεύτερο που πρέπει να σημειωθεί είναι η απόφαση του Σ.Α. να διατηρήσει το υφιστάμενο σύστημα εγγυήσεων (με τα δικαιώματα μονομερούς επέμβασης βέβαια) και να το συμπληρώσει. Ακόμα θα πρέπει να προσεχτεί το ύφος της σύνταξης αυτής της παραγράφου. «Πρέπει» λέγει. Δεν είναι καν προς συζήτηση το όλο θέμα.

Το τρίτο και χειρότερο ίσως είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά σε απόφαση του Σ.Α. κατοχυρώνεται η υφιστάμενη συνθήκη εγγυήσεως και η συνθήκη συμμαχίας του 1960.

Επαναλαμβάνω: Για πρώτη φορά.

Αυτό το γεγονός έχει καθοριστικά και τραγικά ίσως επακόλουθα για την υπόθεση μας.

Διότι νομιμοποιεί πλέον την εισβολή της Τουρκίας το 1974 και καθιερώνει οριστικά το Κυπριακό πρόβλημα ως διακοινοτική διαφορά. Πότε μιλήσαμε έκτοτε για κατοχή;

Όσοι επιμέναμε όλα αυτά τα χρόνια ότι το Κυπριακό είναι θέμα εισβολής κατοχής αισθανόμαστε σαν να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια μας.

  1. Το θέμα των εποίκων

Η έκθεση του Γ.Γ. και το ψήφισμα 750 του Σ.Α. είναι σημαντικά όχι μόνο για όσα λέγουν αλλά και για όσα δεν λέγουν.

Δεν υπάρχει στα δύο έγγραφα η παραμικρή αναφορά στο μέγα θέμα των εποίκων και του εποικισμού των κατεχομένων. Ούτε σαν ενημέρωση ούτε σαν θέμα προς συζήτηση ούτε καν σαν ζήτημα που ενδιαφέρει την Ελληνική κοινότητα. Φαίνεται ότι για τον Γ.Γ. και για το Σ.Α. το θέμα αυτό δεν υπάρχει.

  1. Η κατοχή

Απούσα από τα έγγραφα είναι και η κατοχή. Ως εάν να μην υπάρχει τέτοιο πράγμα για το Γ.Γ. και το Σ.Α.

Αλλά πως θα υπάρχει αφού με την παρ. 24 για τις εγγυήσεις νομιμοποιείται ουσιαστικά η τουρκική εισβολή και στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο;

Πώς να υπάρχει τέτοιο ζήτημα κατοχής αφού πλέον το Σ.Α. αντιμετωπίζει ξεκάθαρα το Κυπριακό σαν διακοινοτική διαφορά.

Και ποιες είναι άραγε οι ευθύνες της δικής μας πλευράς γι’ αυτή την κατάληξη;

  1. Η Κυπριακή Δημοκρατία

Να σημειωθεί επίσης ότι πουθενά στα δύο έγγραφα δεν αναφέρεται έστω και μια φορά η φράση «Κυπριακή Δημοκρατία». Φαίνεται ότι βρισκόμαστε ήδη στη διαδικασία κατάργησης αυτής της δημοκρατίας και αναγνώρισης των δύο κρατιδίων. Πολύ φοβούμαι ότι παγιδευτήκαμε επικίνδυνα. Πολύ φοβούμαι ότι από τότε η μέτρηση γίνεται αντίστροφα.

Οδηγούμαστε ολοταχώς σε μια συνομοσπονδία και μάλιστα χωρίς ουσιώδες εδαφικές αναπροσαρμογές. Και μετά ο θεός ξέρει που πάμε.

Το ψήφισμα 750 είναι σημαντικό

  • Γιατί διαγράφει την κατοχή και την παράνομη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο.
  • Γιατί καθιερώνει το Κυπριακό σαν θέμα διακοινοτικής διαφοράς
  • Γιατί παραγράφει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες
  • Γιατί αποδέχεται τις τουρκικές θέσεις για συνομοσπονδία.

Το ψήφισμα 750 δεν έχει θετικά και αρνητικά στοιχεία. Είναι η τραγική κατάληξη της πάλης ανάμεσα στη δική μας επιδίωξη για ομοσπονδία και στην τούρκικη επιδίωξη για συνομοσπονδία, της πάλης ανάμεσα στις αρχές της ελευθερίας και τα ανθρώπινα δικαιώματα από τη μια και τη βία από την άλλη.

Το ψήφισμα 750 είναι ο τάφος της δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού και ο προθάλαμος της Τουρκοποίησης της Κύπρου που θα έρθει αργά ή γρήγορα. Όπως ήρθε η τούρκικη εισβολή μετά την Ζυρίχη.

Σ’ αυτό τον τάφο δεν έχουμε δικαίωμα να μπούμε, οφείλουμε να τον απορρίψουμε χωρίς δισταγμό.

Αν την απόρριψη δεν μπορεί να κάνει ο Πρόεδρος μπορεί να την κάνει ο Λαός.

Ο Λαός που είναι πια η μόνη ελπίδα. Ο Λαός που απέρριψε και το σχέδιο Ανάν.

Ο Λαός που πρέπει να συνειδητοποιήσει τι τον περιμένει, που πρέπει να δραστηριοποιηθεί, να κινητοποιηθεί και να διαδηλώσει την αντίθεση του και την αντίστασή του σε σχέδια που τον οδηγούν στην εξαφάνιση.

Ο Λαός πρέπει πρώτα απ’ όλα να ενημερωθεί. Στημένοι μονόλογοι από την τηλεόραση σε διάλογο χωρίς πλαίσια και χωρίς χρονικούς περιορισμούς, ανάμεσα στις αντιτιθέμενες απόψεις. Νηφάλια και με επιχειρήματα. Όχι με μίσος, όχι με χαρακτηρισμούς ανθρώπων. Και προ πάντων όχι με διχασμούς.

Δύσκολες οι απαιτήσεις των καιρών. Οφείλουμε όμως ν’ ανταποκριθούμε γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ:

Το πακέτο που μας προσέφερε τη έκθεση του Γ.Γ. και το ψήφισμα 750 του Σ.Α. των Η.Ε. με τις άκρως επικίνδυνες διχοτομικές πρόνοιες έχει παρ’ όλα αυτά, ένα πολύ ευχάριστο περιτύλιγμα, στην παρ. 2 που μιλά για τις αρχές της λύσης, την ενότητα του κράτους, τη μία και μόνη κυριαρχία, τη μία διεθνή προσωπικότητα τη μία ιθαγένεια, τον αποκλεισμό της ένωσης, της διχοτόμησης και της απόσχισης, δίπλα στην πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων και βεβαίως τη διζωνικότητα.

Από τότε μέχρι τώρα αυτό το περιτύλιγμα χρησιμοποιούν όταν μας προτείνουν σχέδια λύσης. Να θυμίσουμε το σχέδιο Ανάν;

Το αποτέλεσμα όμως είναι πάντα το ίδιο, τη διχοτόμηση. Γιατί; Απλούστατα διότι η διζωνική είναι πλέον ασύμβατη με τις πιο πάνω αρχές.

Μακάρι να βρισκόταν λύση διζωνική με κατοχυρωμένες τις πιο πάνω αρχές και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ποιος δε θα τη ψήφιζε;

You may also like