ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ενίσχυση της αμυντικής αποτρεπτικής ισχύος

Είχαμε μία ενδελεχή ενημέρωση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Υπουργό Εξωτερικών για τα όσα έχουν λάβει χώρα το τελευταίο χρονικό διάστημα ειδικά λόγω της προκλητικά επεκτατικής πολιτικής την οποία εφαρμόζει η Τουρκία στην  Ανατολική Μεσόγειο.

Όπως πολύ καλά θυμάστε από την  πλευρά της ΕΔΕΚ εδώ και αρκετά χρόνια  έχουμε  επισημάνει ότι η επεκτατική  πολιτική της  Τουρκίας δεν πρόκειται  να καμφθεί μέσα από την δήθεν επίδειξη καλής θέλησης ή μέσα  από τον ευσεβοποθισμό τον οποίο πολιτικές δυνάμεις, πολιτικά πρόσωπα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην  Κύπρο, είχαν επιδείξει. Ότι αυτό που κυρίως χρειαζόταν, δεδομένου του στρατηγικού στόχου της Τουρκίας  για να μετατραπεί σε μία περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια  και να  έχει πλήρη έλεγχο των ενεργειακών και των θαλασσίων οδών της Ανατολικής Μεσογείου, θα έπρεπε να ήταν η ενίσχυση της  αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Και όπως πολλές φορές τονίσαμε η αποτρεπτική ισχύς μπορεί σε μεγάλο βαθμό να ενδυναμωθεί μέσα από την αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου  των δύο χωρών  στο πλαίσιο ενός κοινού προγράμματος το οποίο θα πρέπει να διαμορφώσουμε.

Αυτό το πρόγραμμα, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, πρέπει να στηρίζεται σε 3 πυλώνες. Ο ένας ο πυλώνας  είναι ο πολιτικός με συγκεκριμένες ενέργειες  και δράσεις, κυρίως στο χώρο της ΕΕ και στα ΗΕ, ο  δεύτερος πυλώνας είναι ο ενεργειακός με μεθοδευμένη και προσεκτική διαχείριση να ολοκληρωθεί  το συντομότερο δυνατό αξιόπιστα  το ενεργειακό πρόγραμμα των δύο χωρών και ο τρίτος πυλώνας  είναι ο στρατιωτικός.

Για να μπορέσουν οι άλλοι δύο  πυλώνες να έχουν την απαιτούμενη αξιοπιστία, θα πρέπει και στο επίπεδο του στρατιωτικού πυλώνα να υπάρχει μία αποδεκτά ισχυρή αμυντική αποτρεπτική ισχύς των δύο χωρών.

Γι’ αυτό επιμέναμε  και συνεχίζουμε να επιμένουμε ότι αυτό μπορεί να διασφαλιστεί μέσα από την επιχειρησιακή αναβάθμιση  των ενόπλων δυνάμεων Ελλάδας και Κύπρου,  μέσα από την αναβάθμιση των οπλικών μας συστημάτων, την επανενεργοποίηση του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού χώρου, την αυξημένη, αριθμητικά και οπλικά, παρουσία του ελληνικού στρατού στην Κύπρο. Και τέλος την αξιοποίηση  άλλων χωρών, συμμαχικών χωρών, κυρίως  της Γαλλίας, που το έχουμε πει πάρα πολλές φορές, και τώρα επιβεβαιώνεται, που τα συμφέροντά των χωρών ταυτίζονται με τα συμφέροντα της Ελλάδας  και της Κύπρου στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτά είναι τα σημαντικά ζητήματα. Από εκεί και πέρα  είναι προφανές  ότι η Τουρκία επιχειρεί μέσα από  την προκλητική ενέργεια να δημιουργήσει καινούργιες συνθήκες  και κυρίως είτε να σφυγμομετρήσει τις αντιδράσεις, κυρίως της Ελλάδας, στις προκλητικές της ενέργειες ή να  δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την έναρξη ενός  διαλόγου στον οποίο η Τουρκία δεν έχει να προσθέσει τίποτα αλλά θα  διεκδικήσει να πάρει. Και αυτό μέσα στο πλαίσο της αναθεωρητικής της πολιτικής την οποία ακολουθεί εδώ και δεκαετίες, όσον αφορά  τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 που καθόρισε με απόλυτη σαφήνεια τα εξωτερικά σύνορα του τουρκικού κράτους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και την Κύπρο  να καθορίσουμε με ψυχραιμία και προσοχή  το δικό μας  σχεδιασμό για αποτροπή  πρόσθετης κεφαλαιοποίησης κερδών ή  κεκτημένου παράγωγου, όπως λέγεται, από την Τουρκία.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με την χθεσινή δήλωση του Προέδρου της ΕΔΕΚ για συμπόρευση και ενότητα και κατά πόσο αυτό είναι στο πλαίσιο προγράμματος ή είναι εκλογική διαδικασία, ο κ. Σιζόπουλος απάντησε:

Είναι και το ένα και το άλλο. Γιατί είναι γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουν ξεκαθαρίσει  στο χώρο της Κύπρου και στο κυπριακό και όχι μόνο, οι πολιτικές θέσεις διαφόρων  προσωπικοτήτων, οργανώσεων, ομάδων και κομμάτων. Η ΕΔΕΚ σαφώς με τα όσα έχουν γίνει τάσσεται εναντίον ή αντίθετα με οποιαδήποτε λύση  ΔΔΟ, όπως αυτή επιχειρείται να υλοποιηθεί, δεδομένου ότι για εμάς αποτελεί  την πλέον προχωρημένη μορφή νομιμοποιημένης διχοτόμησης της πατρίδας μας.

Και από την άλλη  πλευρά είναι μέσα από στοιχεία και από έγγραφα τα οποία  υπάρχουν που επιβεβαιώνεται ότι αυτή η θέση,  η Τουρκία την έχει προβάλει και γραπτώς και επίσημα από την δεκαετία του 1960.

Είναι λοιπόν αδιανόητο όταν σήμερα βλέπουμε  μία τουρκική προκλητική συμπεριφορά εμείς  να επιμένουμε να έχουμε  λάβαρο του αγώνα μας ή της λύσης  του κυπριακού, μια πρόταση τουρκικής προέλευσης η οποία θα αποτελέσει και το προτελευταίο στάδιο για  την πλήρη ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια, όπως είναι το σχέδιο επανάκτησης της Κύπρου το οποίο η Τουρκία έχει καθορίσει από τη δεκαετία του 1950.

Ως εκ τούτου λοιπόν, ως δύναμη εσωτερικής, πια, σε πολιτικό επίπεδο, θα πρέπει άτομα,  προσωπικότητες και οργανώσεις  οι οποίες έχουμε ταυτόσημες ή παραπλήσιους στόχους  στα θέματα του κυπριακού, στα θέματα  της ΔΔΟ, στα θέματα της κοινωνικής πολιτικής, της οικονομίας, ακόμα και στα θέματα του τρόπου εφαρμογής του ΓεΣΥ  που σήμερα πια  εισπράττουμε τις συνέπειες μιας λανθασμένης  εφαρμογής, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να ισχυροποιήσουμε τη διαπραγματευτική μας θέση για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε την κατάσταση  προς όφελος του λαού μας και της πατρίδας μας.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το αν είναι ικανοποιημένος με τη διαχείριση του ταμείου άμυνας ο κ. Σιζόπουλος απάντησε:

Όπως έχετε διαπιστώσει τα τελευταία  χρόνια έχει γίνει μια σημαντική βελτίωση όσον αφορά  αυτό τον τομέα.  Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι. Ότι υπάρχουν ακόμα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης  και γι’ αυτό με προσεκτικούς χειρισμούς  και με σωστή συνεννόηση επιχειρούμε όσο το δυνατό  να ενισχύσουμε  και να βελτιώσουμε αυτή την κατάσταση. Πρέπει να πω ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση  όμως, θα μπορούσαν τα  βήματα να ήταν πιο γρήγορα και ενδεχομένως με μεγαλύτερα μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Όμως δεν μπορώ να παραβλέψω,  όπως είπα, τη σημαντική βελτίωση και να μηδενίσω τα όσα γίνονται.

Γραφείο Τύπου

Λευκωσία, 28 Ιουλίου 2020  

You may also like