ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ομιλία Προέδρου Κ.Σ. ΕΔΕΚ, Μαρίνου Σιζόπουλου, στην εκδήλωση του Κ.Σ. ΕΔΕΚ με τίτλο

«Τιμούμε το Πολυτεχνείο, Καταδικάζουμε το Ψευδοκράτος»

Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους το Νοέμβριο του 1983 δεν ήταν μια τυχαία απόφαση της Τουρκίας, ούτε μια στιγμιαία επιλογή.

Ήταν μέρος της τουρκικής τακτικής στο πλαίσιο του στρατηγικού στόχου που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1950 και αποσκοπεί στο γεωστρατηγικό έλεγχο της Αν. Μεσογείου και τη μετατροπή της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου καθορίστηκαν δύο προτεραιότητες:

  • Η ματαίωση της ένωσης της Κύπρου με τη Ελλάδα για να αποτραπεί ο θαλάσσιος αποκλεισμός της που σε περίπτωση πραγματοποίησής της θα ήταν πλήρης, και
  • Η ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια με βάση τις δύο εκθέσεις που ετοίμασε το 1956 ο Νιχάτ Ερίμ και το σχέδιο «επανάκτησης της Κύπρου» που ετοίμασε το γραφείο ειδικού πολέμου της Τουρκίας.

Για την υλοποίηση του στόχου καθορίστηκαν συγκεκριμένα στάδια.

Πρώτο στάδιο ήταν η παράκαμψη της Συνθήκης της Λωζάνης και η επιστροφή της Τουρκίας στην Κύπρο ως ενδιαφερόμενο μέρος. Το πέτυχε με την τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου το Σεπτέμβριο του 1955, όπου στην ουσία πέτυχε την πρώτη μεγάλη διπλωματική της νίκη σε βάρος της Ελλάδας.

Δεύτερο στάδιο ήταν η απόκτηση δικαιωμάτων. Με βασικό σύνθημα τη διχοτόμηση πέτυχε με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου για πρώτη φορά μετά το 1923 να επιστρέψει σε εδάφη της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας με εγγυητικά δικαιώματα και μάλιστα με νόμιμη παρουσία στρατευμάτων.

Το 1963 με το πραξικόπημα του Δεκεμβρίου επιχείρησε να διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να επιβάλει το διαχωρισμό του πληθυσμού ώστε μέσα από τη λύση που θα προέκυπτε να αποκτήσει νόμιμη κρατική εξουσία.

Όπως επιβεβαιώνεται από σημαντικά έγγραφα της εποχής η Τουρκία απέρριπτε τόσο τη λύση της διχοτόμησης όσο και της διπλής ένωσης. Γιατί και οι δύο αυτές λύσεις θα έφερναν την Ελλάδα επίσημα στην αν. Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή και η υλοποίηση του στρατηγικού-της στόχου θα τίθετο εν αμφιβόλω.

Τόσο στις προτάσεις που έδωσε στον πρώτο μεσολαβητή του ΟΗΕ Γκάλο Πλάζα το Δεκέμβριο του 1964, όσο και στις συναντήσεις του Παρισιού το Δεκέμβριο του 1966, και του Έβρου το Σεπτέμβριο του 1967, η Τουρκία επέμενε σε λύση Ομοσπονδίας με γεωγραφικό διαχωρισμό, δηλ. σε λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.

Βασικές πρόνοιες των προτάσεών της ήταν:

  1. Η διασφάλιση των στρατηγικών συμφερόντων της Τουρκίας, γι’ αυτό και κάθε συμφωνία θα πρέπει να παρέχει συγκεκριμένες εγγυήσεις
  2. Η διασφάλιση της ουσιαστικής ισορροπίας την οποία καθιέρωσαν οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, όπως την πολιτική ισορροπία την οποία καθιέρωσαν για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τόσο των δύο κοινοτήτων, όσο και της Ελλάδας και Τουρκίας
  3. Η κάθε επαρχία, τουρκική και ελληνική, να έχει ξεχωριστή εσωτερική αυτονομία, νομοθετική, διοικητική και δικαστική εξουσία
  4. Συγκεκριμένες εγγυήσεις για τη διασφάλιση της Τ/κυπριακής κοινότητας
  5. Αναγνώριση ξεχωριστής προσωπικότητας και ιδιομορφίας της Τ/κυπριακής κοινότητας
  6. Συμμετοχή της Τ/κυπριακής κοινότητας κατά δίκαιο τρόπο στη γενική διοίκηση του νησιού
  7. Διασφάλιση της τοπικής αυτοδιοίκησης των Τ/κυπρίων
  8. Το μελλοντικό καθεστώς της φύσης του νησιού είτε από τη φύση του, είτε από τις συνοδεύουσες με αυτό εγγυήσεις θα είναι καθεστώς το οποίο δεν θα μπορεί να παραβιασθεί.

Η προδοσία του 1974 έδωσε στην Τουρκία πολιτικό και γεωστρατηγικό πλεονέκτημα για την επιβολή λύσης που θα αποτελούσε προστάδιο για την σταδιακή δημιουργία των προϋποθέσεων που θα της επέτρεπαν την πλήρη ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια.

Προς αυτή την κατεύθυνση στόχευε και το σχέδιο Γκιουνές, το οποίο στις 15 Αυγούστου 1974 χάρις στο Β. Λυσσαρίδη δεν έγινε αποδεκτό στη γνωστή σύσκεψη του Γραφείου Δημοσίων Πληροφοριών.

Η ανακήρυξη του ψευδοκράτους είχε πολλαπλούς στόχους:

  • Μετατροπή του κυπριακού σε θέμα διακοινοτικής διευθέτησης
  • Διεκδίκηση της πολιτικής ισότητας στο πλαίσιο της λύσης για να είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος του κράτους
  • Σταδιακή αναβάθμιση του κατοχικού καθεστώτος στο επίπεδο της Κ.Δ., είτε με υποβάθμιση της Κ.Δ. στο επίπεδο του κατοχικού καθεστώτος, γεγονός το οποίο συνέβη κατά την 5μερή Διάσκεψη στο Κρανς Μοντανά το 2017
  • Κατοχύρωση των βασικών παραμέτρων που το διεθνές δίκαιο καθορίζει ως αναγκαίες και απαραίτητες για τη νόμιμη ανακήρυξη κράτους. Στόχος ο οποίος αποτελεί το εναλλακτικό σενάριο της Τουρκίας σε περίπτωση αποτυχίας για την επιβολή της λύσης της ΔΔΟ. Οι 4 παράμετροι είναι, νόμιμος λαός, νόμιμο έδαφος, επικυρωμένο σύνταγμα, και κυριαρχία.

Με τη μέχρι σήμερα λανθασμένη και μυωπική πολιτική που ακολουθήσαμε στο πλαίσιο δήθεν της καλής μας διάθεσης για επίλυση του κυπριακού και με τις συνεχείς μονομερείς υποχωρήσεις στην ουσία προσφέραμε στην Τουρκία περαιτέρω πολιτικό κεκτημένο και τη φέραμε ένα βήμα μακριά από την υλοποίηση ουσιαστικά του προτελευταίου σταδίου του στρατηγικού της στόχου, δηλ. είτε της επίλυσης του κυπριακού στη βάση της ΔΔΟ, είτε της νόμιμης ανακήρυξης τουρκικού κράτους στην κατεχόμενη Κύπρο.

Συγκεκριμένα αποδεχθήκαμε:

  • Να νομιμοποιήσουμε 120 χιλ περίπου έποικους για να είναι ο νόμιμος πληθυσμός στα κατεχόμενα 220 χιλ στο πλαίσιο δήθεν της αναλογίας 4:1
  • Να παραμείνει υπό Τ/κυπριακό έλεγχο περίπου το 29-30% της εδαφικής επικράτειας και το 60% της ακτογραμμής. Στην υπό τον έλεγχο των Τ/Κ περιοχή να υπάρχει εγγυημένη πλειοψηφία πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης.
  • Με την επικύρωση της λύσης μέσα από χωριστά δημοψηφίσματα επικυρώνουμε το σύνταγμα του Τ/Κ «συνιστώντος» τμήματος. Άρα από τη στιγμή που είναι συνιστών και όχι συνιστάμενο, δηλ. συμμετέχει και συμβάλλει στη δημιουργία του κράτους, οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει μπορεί με μονομερές δημοψήφισμα να αποσχιστεί.

Η μόνη παράμετρος που μέχρι στιγμής δεν κατόρθωσε να κατοχυρώσει η Τουρκία είναι η κυριαρχία, την οποία επιδιώκει από το 1964, όμως το ψήφισμα 186 του Σ.Α. του ΟΗΕ το Μάρτιο του 1964 έβαλε φρένο στις επιδιώξεις της. Ένα πρώτο βήμα ανατροπής του ψηφίσματος ήταν δυστυχώς το κοινόν ανακοινωθέν Αναστασιάδη – ΄Ερογλου της 11ης Φεβρουαρίου του 2014 το οποίο αναφέρει ότι η κυριαρχία προέρχεται εξίσου από Ε/Κ και Τ/Κ, και αφού θα ζουν χωριστά στην ουσία κατοχυρώνει σε κάθε περιοχή το 50% της κυριαρχίας. Εκτιμώ ότι αυτός είναι και ο λόγος όπου το συγκεκριμένο ανακοινωθέν περιλαμβάνεται στους 3 όρους αναφοράς που έχουν μέχρι στιγμής καθορισθεί ως το πλαίσιο επανέναρξης των συνομιλιών.

Οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Ανατολής, οι ασύμμετρες απειλές και οι προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου και της Ελλάδας, επιβάλλουν αναπροσαρμογή της τακτικής μας και υιοθέτηση νέας που να καθιστά κατά το δυνατόν σε πρώτο στάδιο ανέφικτους τους τουρκικούς στόχους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα νέα γεωστρατηγικά δεδομένα που προέκυψαν από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και την ανεύρεση κοιτασμάτων Φυσικού Αερίου (Φ.Α.) στη νότια Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη (ΑΟΖ). Τα νέα αυτά δεδομένα ισχυροποίησαν την κρατική υπόσταση της Κ.Δ. αλλά παράλληλα αύξησαν την τουρκική επιθετικότητα, δεδομένου ότι οι τριμερείς συνεργασίες της Κύπρου με τις χώρες της περιοχής οδηγούν την Τουρκία σε απομόνωση και μειώνουν τις πιθανότητες για την υλοποίηση του στόχου της δηλ. του ελέγχου της Αν. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Επιπρόσθετα ο κίνδυνος πλήρους αποκλεισμού της από την εκμετάλλευση και αξιοποίηση των κοιτασμάτων του Φ.Α. ειδικά μετά την αποτυχία της 5μερούς Διάσκεψης του Κρανς Μοντανά, την υποχρεώνουν σε αναπροσαρμογή της πολιτικής της επικεντρώνοντας την προσπάθειά της σε συγκεκριμένες δράσεις με προτεραιότητα:

  • Την επίλυση του κυπριακού με τουρκικές προδιαγραφές ώστε να νομιμοποιήσει την παρουσία της και να μπορεί άμεσα ή έμμεσα μέσω του κατοχικού καθεστώτος να συμμετέχει στην αξιοποίηση του Φ.Α.
  • Σε αντίθετη περίπτωση είτε το ενεργειακό να συζητηθεί κατά προτεραιότητα ως κύριο θέμα στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού, είτε με παρεμβάσεις και προκλητικές ενέργειες να το ματαιώσει και τέλος με την εγκατάσταση των γεωτρύπανων να δημιουργήσει γκρίζες θαλάσσιες περιοχές για να μπορεί να διεκδικήσει κυριαρχικό ρόλο
  • Επιπρόσθετα επιχειρεί να ανασχεδιάσει στη βάση των δικών της αντιλήψεων τις ΑΟΖ των χωρών της περιοχής ώστε να αποκτήσει γραμμή επαφής με τη Λιβύη. Αυτός είναι και ο λόγος που στηρίζει ένοπλες μουσουλμανικές δυνάμεις στη Λιβύη και έχει εκφράσει την πρόθεση να δημιουργήσει στρατιωτική βάση στην περιοχή που ελέγχουν.

Ο γεωστρατηγικός παράγοντας έχει αποδειχθεί ένας ισχυρός μηχανισμός πρόκλησης διεθνών προβλημάτων αλλά και επίλυσης όπως είναι το κυπριακό. Η προσεκτική αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της Κύπρου καθώς και των εμπλεκομένων συμφερόντων σε συνδυασμό με τα πολιτικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα μπορούν να αναβαθμίσουν το γεωστρατηγικό ρόλο της Κύπρου και να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική της θέση με στόχο την εξισορρόπηση των πλεονεκτημάτων που διαθέτει η Τουρκία.

Η μέχρι σήμερα εμπειρία από τα 42 χρόνια συνομιλιών επιβάλλει αλλαγή τακτικής για αποτελεσματική αντιμετώπιση των τουρκικών επεκτατικών σχεδιασμών και ανάληψη πρωτοβουλιών που θα φέρουν την Τουρκία σε δύσκολη θέση πολιτική και οικονομική.

Με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή η Κύπρος από μόνης της αδυνατεί να διαμορφώσει αυτές τις προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου η διαμόρφωση ενιαίας πολιτικής Κύπρου – Ελλάδας είναι αναγκαία και απαραίτητη. Οι δύο χώρες επιβάλλεται να επικεντρώσουν την προσπάθειά τους στην αναβάθμιση του γεωστρατηγικού τους ρόλου στην περιοχή.

Η διαμόρφωση κοινής εθνικής πολιτικής πρέπει να στηριχθεί σε τρείς βασικούς πυλώνες:

Τον Πολιτικό

Με επικέντρωση τον ΟΗΕ και την Ε.Ε.

Στον ΟΗΕ σταθερή θέση πρέπει να είναι η υλοποίηση του συνόλου των αποφάσεων και των ψηφισμάτων του Σ.Α και της Γ.Σ. και όχι επιλεκτικά με την απομόνωση μιας πρόνοιας του ψηφίσματος 649 του Σ.Α. που αναφέρεται στη ΔΔΟ με πολιτική ισότητα. Αιχμή αυτής της πολιτικής πρέπει να είναι η απόφαση της Γ.Σ. της 13ηςΜαίου 1983 για σύγκληση Διεθνούς Διάσκεψης για το κυπριακό με τη συμμετοχή των 5 μονίμων μελών του Σ.Α. της Ε.Ε., των εγγυητριών χωρών και της Κ.Δ. με μοναδικό θέμα την υλοποίηση των αποφάσεων των Η.Ε. για τη διεθνή πτυχή του κυπριακού και συγκεκριμένα:

  • Την πλήρη αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων
  • Την κατάργηση των συνθηκών εγγύησης και συμμαχίας
  • Τον επαναπατρισμό των εποίκων, και
  • Την επιστροφή των προσφύγων σε συνθήκες ασφάλειας

Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι η υλοποίηση των παραπάνω είναι εύκολη.

Όμως η εμμονή σε αυτά:

  • Αναστέλλει την αναβάθμιση του κατοχικού καθεστώτος και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται
  • Επαναφέρει το κυπριακό στη σωστή του βάση ως προβλήματος εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και εθνοκάθαρσης. Την ίδια στιγμή το απομακρύνει από τον επικίνδυνο εγκλωβισμό στη δικοινοτική του πτυχή και πολύ περισσότερο την ενεργειακή όπως επιχειρεί η Τουρκία, όπου ουσιαστικά την απαλλάσσει πλήρως από τις ευθύνες της και μετατρέπει το κατοχικό καθεστώς σε «πολιτικά ισότιμο εταίρο», και τέλος
  • Απεγκλωβίζει τη λύση του κυπριακού από τον ασφυκτικό έλεγχο του Αμερικανο – Βρετανικού παράγοντα ο οποίος το δημιούργησε για να κατοχυρώσει τα γεωστρατηγικά του συμφέροντα στην ευαίσθητη περιοχή της Αν. Μεσογείου και της Μ. Ανατολής.

Όσον αφορά την Ε.Ε. η στόχευση πρέπει να αφορά την παρεμπόδιση της αναβάθμισης των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με την Τουρκία. Ειδικά αυτή την περίοδο όπου η τουρκική οικονομία εισέρχεται σε περίοδο ύφεσης είναι σημαντικό να παρεμποδισθεί η οικονομική αρωγή της Ε.Ε.

  • Είναι ουτοπία να πιστεύει κάποιος ότι υπάρχει πρόθεση είτε από την τουρκική κυβέρνηση, είτε από τις ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε. για πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.
  • Αυτό που αμφότεροι επιθυμούν είναι το ειδικό καθεστώς. Αυτό βολεύει την Τουρκία γιατί ενώ δεν θα είναι υποχρεωμένη να εκδημοκρατικοποιήσει το πολιτειακό της σύστημα και δεν θα τίθεται υπό αμφισβήτηση η εξουσία της άρχουσας πολιτικής τάξης, θα μπορεί την ίδια στιγμή να απολαμβάνει των οικονομικών πλεονεκτημάτων της συμφωνίας και να απορροφά ευρωπαϊκά κεφάλαια, αλλά και τις ηγέτιδες χώρες της Ε.Ε. να αξιοποιούν αφενός τα φτηνά εργατικά χέρια στην Τουρκία για την παραγωγή των προϊόντων τους και αφετέρου ως μιας μεγάλης αγοράς.
  • Η αναστολή αναβάθμισης αυτών των σχέσεων ενδέχεται να ενεργοποιήσει αντιθέσεις εντός του τουρκικού πολιτικού συστήματος λόγω διαφοροποίησης συμφερόντων, χωρίς να αποκλείεται αυτό να οδηγήσει σε χαλιναγώγηση της επεκτατικής πολιτικής της Άγκυρας σε βάρος της Ελλάδας, τερματισμό των προκλήσεων στο Αιγαίο και συναίνεση για εξεύρεση δημοκρατικής και βιώσιμης λύσης στο κυπριακό.
  • Το πολιτικό πλαίσιο αυτής της τακτικής πρέπει να περιλαμβάνει τη συμμόρφωση της Τουρκίας στις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και την υλοποίηση των κυπρογενών υποχρεώσεων που ανέλαβε έναντι της Ε.Ε. το Σεπτέμβριο του 2005.

Τον ενεργειακό

Η προσεκτική και πολυεπίπεδη αξιοποίησή του θα υποβοηθήσει στη μερική εξισορρόπηση των συμφερόντων των δυνάμεων που εμπλέκονται στην περιοχή.

Έχουν ήδη αναφερθεί οι σχεδιασμοί της Άγκυρας και η τακτική που ακολουθεί για υλοποίησή τους.

Η υλοποίησή τους όμως την φέρνουν επί του παρόντος σε σύγκρουση με άλλες δύο ισχυρές χώρες της περιοχής, το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Με βάση αυτά τα δεδομένα Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να σχεδιάσουν τη δική τους τακτική και με προσεκτική και αναβαθμισμένη κλιμάκωση να προωθήσουν την υλοποίησή της. Οι προτάσεις μας είναι συγκεκριμένες:

  • Περαιτέρω αναβάθμιση των τριμερών συμφωνιών που έχουν υπογραφεί με τις άλλες χώρες της περιοχής, ώστε αυτές πέραν της έρευνας για ανεύρεση Φ.Α., να περιλαμβάνουν και εμπορικούς και γεωστρατηγικούς τομείς
  • Εμπλοκή ισχυρών εταιριών στην εκμετάλλευση με προηγούμενη διερεύνηση οι κυβερνήσεις των χωρών από τις οποίες προέρχονται να προσφέρουν κάλυψη έναντι των τουρκικών προκλήσεων
  • Οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας Ελλάδας – Κύπρου και Αιγύπτου
  • Άμεση διερεύνηση της δυνατότητας κατασκευής του αγωγού Αν. Μεσογείου (EastMed) για μεταφορά Φ.Α. στην Ευρώπη. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τέρμα στους τουρκικούς σχεδιασμούς για αγωγό μέσω Τουρκίας, θα προσφέρει ενεργειακή επάρκεια στην Κεντρική Ευρώπη και θα οδηγήσει σε μερική εξισορρόπηση των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων αυτών των χωρών σε σχέση με την Τουρκία.

Τον στρατιωτικό

Η υλοποίηση των δύο προηγούμενων πυλώνων θα ενισχυθεί σημαντικά από ανάλογη στρατιωτική υποστήριξη, την οποία η Κύπρος αδυνατεί να προσφέρει. Σε συνεργασία όμως με την Ελλάδα τα δεδομένα αλλάζουν σημαντικά.

Επιπρόσθετα η Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίσει το γεωστρατηγικό της ρόλο στο χώρο των Βαλκανίων όπου τις τελευταίες 10ετίες έχει περιορισθεί σημαντικά. Πρέπει να τον αναζητήσει στην Αν. Μεσόγειο και τη Μ. Ανατολή. Μπορεί να το επιτύχει αξιοποιώντας την Κύπρο. Όπως ελέγχει το θαλάσσιο τρίγωνο Κύπρος – Κρήτη – Ρόδος ουσιαστικά ελέγχει και την Αν. Μεσόγειο.

Λάθη των ελληνικών κυβερνήσεων στο παρελθόν περιόρισαν αυτή τη δυνατότητα και ενίσχυσαν την τουρκική πολιτική. Η ευκαιρία εξακολουθεί να υπάρχει. Οι συνθήκες σήμερα προσφέρονται για στενή στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου, με ενδεχόμενη εμπλοκή και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να ενεργοποιηθεί το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και να ενισχυθεί η παρουσία του ελληνικού στρατού στην Κύπρο, τόσο αριθμητικά όσο και σε επίπεδο σύγχρονων οπλικών συστημάτων.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο αγώνας αντιμετώπισης του τουρκικού επεκτατισμού είναι κοινός. Η Κύπρος δεν είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού, αλλά το τελευταίο. Εάν χαθεί η μάχη της Κύπρου θα χαθεί και η μάχη της Θράκης και του Αιγαίου.

Κλείνοντας θα ήθελα να υπενθυμίσω αυτό που πολλές φορές μετά το 1974 ανέφερε σε ομιλίες του ο Β. Λυσσαρίδης ότι ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι «Η Αλεξανδρεττοποίηση της Κύπρου, η Κυπροποίηση της Θράκης και η διχοτόμηση του Αιγαίου».

Γραφείο Τύπου

Λευκωσία, 16 Νοεμβρίου 2019

You may also like