ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η ομιλία Σενέρ Λεβέντ για το Δώρο Λοΐζου

Φέτος απονεμήθηκε σε μένα το «Βραβείο Λογοτεχνίας, Πολιτισμού και Παιδείας Δώρου Λοΐζου», που απονέμει η ΕΔΕΚ από το 2001. Διοργανώθηκε μια τελετή στη Λευκωσία την περασμένη Πέμπτη. Ήταν μια ξεχωριστή βραδιά για μένα. Τη θεωρώ ένα νέο βήμα προς την ειρήνη. Κάποιοι ενδιαφέρθηκαν για το πλήρες κείμενο της ομιλίας μου εκείνης της βραδιάς. Γι’ αυτό και αφιερώνω σε αυτό τη σημερινή στήλη και το δημοσιεύω αυτούσιο:

«Αγαπητά μου αδέλφια,

Σας αποκαλώ αδέλφια επειδή θεωρώ ότι έχω το δικαίωμα να απευθύνομαι προς εσάς έτσι. Διότι δεν κάνω διακρίσεις σε θέματα θρησκείας, γλώσσας και φυλής. Όλοι είμαστε αδέλφια και εγώ πάνω απ’ όλα είμαι άνθρωπος και Κύπριος. Ευχαριστώ όσους με θεώρησαν άξιο γι’ αυτό το βραβείο φέτος, ευχαριστώ τους αξιωματούχους της ΕΔΕΚ. Το αποδέχομαι ως ένα από τα πολύτιμα βραβεία που μου απονεμήθηκαν μέχρι σήμερα. Διότι είναι βραβείο λογοτεχνίας, πολιτισμού και εκπαίδευσης. Το βραβείο του ποιητή Δώρου Λοΐζου. Με αυτή την ευκαιρία μνημονεύω με σεβασμό τον αγαπητό μας αδελφό Δώρο Λοΐζου που δολοφονήθηκε από πυροβολισμούς φασιστών. Και εύχομαι μακροζωία στον αξιότιμο δρα Βάσο Λυσσαρίδη, που είχε σωθεί ως εκ θαύματος από αυτή την αιματηρή ενέδρα πριν 41 χρόνια. Εύχομαι να ζήσει τόσο ώστε να δει την απελευθέρωση της Κύπρου.

Αγαπητά μου αδέλφια,

Είμαι Κύπριος. Αντιτίθεμαι στη σημαία που βρίσκεται στο βουνό, στα οδοφράγματα που υπάρχουν ανάμεσά μας, σε όλα τα άχρηστα σχέδια που φτιάχτηκαν για εμάς μέχρι σήμερα, όπως τα Ακρίτας, Άτσεσον, Ανάν κ.λπ. Αντιτίθεμαι στην ένωση και στη διχοτόμηση, σε όλους τους ξένους στρατούς και στις βάσεις, στις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις που κρατάνε αιχμάλωτη την πατρίδα μας για 41 χρόνια, στον ρατσισμό και στον φανατισμό. Αντιτίθεμαι στα διζωνικά σχέδια λύσης επειδή θέλω μιαν ενιαία πατρίδα που να μην χωρίζεται με σύνορα.

Είμαι Κύπριος και θέλω να μοιράζομαι με όλους τους Κύπριους τα ίδια χωριά και κωμοπόλεις, τις ίδιες πόλεις, τις ίδιες γειτονιές, τις ίδιες βεράντες, τους ίδιους καφενέδες. Πρέπει να σμίξουν τα τραγούδια μας, να είναι πλάι-πλάι τα σπίτια μας. Θέλω να μυριζόμαστε τις δροσερές καλοκαιρινές βραδιές και τις πρωινές απολαύσεις κάτω από το ίδιο υπόστεγο και την ίδια κληματαριά.

Μακάρι να μπορούσα να απευθυνόμουν σε εσάς στα ελληνικά. Πάντα στα ελληνικά μιλούσαν μεταξύ τους οι γονείς μου, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία από την Κρήτου Τέρρα. Ελάχιστα πράγματα μου έμειναν από αυτούς και από τους Ελληνοκύπριους μαζί με τους οποίους μεταφέραμε νερό με τενεκέδες από την ίδια βρύση. Στο λύκειο διάλεξα τα ελληνικά ως μάθημα επιλογής. Ήταν το 1963. Δυστυχώς τα διέκοψα όταν άρχισαν οι αιματηρές συγκρούσεις. Τα αποκάλεσαν «γλώσσα του εχθρού» και τα αφαίρεσαν από τα σχολεία μας. Είχαμε μόλις αρχίσει την αλφαβήτα. «Είναι πρωί. Ο Θανασάκης κοιμάται ακόμα». Εκεί έμεινα. Άφησα εκεί τον μικρό Θανασάκη να κοιμάται. Αλλά δυστυχώς τον βρήκα να κοιμάται ακόμα, όταν επέστρεψα σε αυτόν με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων.

Ξύπνα Θανασάκη, ξύπνα, του λέω. Κοίτα τι έγινε. Αυτή είναι η δική σου πατρίδα που μυρίζει γιασεμί; Αυτή η Κερύνεια είναι η Κερύνεια που ήξερες; Αυτή η Καρπασία, αυτή η Μόρφου; Από πότε έγινε η Αφάνεια Γκαζίκιοϊ και ο Καραβάς Άλσαντζιακ; Και το όμορφο μου Βαρώσι. Οι παραλίες που έσφυζαν από ζωή, η πλατεία, τα σινεμά. Τα δέντρα τρύπησαν τις στέγες των σπιτιών και πετάχτηκαν έξω. Υπάρχει παντού η μυρωδιά ομαδικών τάφων. Δεν πάτησα το πόδι μου στο Βαρώσι εδώ και 41 χρόνια. Είναι αλυσοδεμένο το Βαρώσι εδώ και 41 χρόνια. Τα παιδιά που έγιναν τώρα 41 χρόνων δεν ξέρουν τι είναι το Βαρώσι! Ποιοι είναι εκείνοι οι άνδρες με τα λεπτά μακριά μουστάκια που κρατούν κομπολόι και περιδιαβάζουν στον Απόστολο Ανδρέα και στον Απόστολο Βαρνάβα; Δεν τους γνωρίζεις. Σάμπως εγώ τους γνωρίζω; Κοίτα τα μικρά κοριτσάκια πηγαίνουν να μάθουν Κοράνι. Δεν κτίζουν σχολεία, νοσοκομεία κλπ εδώ. Τζαμιά κτίζουν. Είμαι Κύπριος.

Αργότερα προστέθηκε σε αυτό ο τουρκισμός και ο μουσουλμανισμός. Είσαι και εσύ Κύπριος αγαπητέ αδελφέ. Αργότερα προστέθηκαν σε αυτό ο ελληνισμός και η ορθοδοξία. Είμαστε και εμείς σαν εκείνους τους άνδρες με τα μαύρα και άσπρα ρούχα που δραπετεύουν από τις φυλακές δεμένοι με χειροπέδες μεταξύ τους. Η μοίρα μας είναι η ίδια. Η σωτηρία και των δύο μας εξαρτάται από το σπάσιμο αυτών των χειροπέδων. Μαζί θα τις σπάσουμε.

Ύστερα θα στήσουμε ένα πολύ μεγάλο τραπέζι με φαγητά σε ένα χωράφι με παπαρούνες στη Μεσαριά. Θα γιορτάσουμε την απελευθέρωσή μας. Θα έχουμε κοινές γιορτές, κοινές χαρές και κοινά δάκρυα. Δεν θα έχουμε μέρες που μοιάζουν με ένα παιδί το ένα μάτι του οποίου κλαίει και το άλλο γελάει. Η 20η Ιουλίου θα μνημονεύεται μόνο ως μια τραγωδία. Θα μαζευόμαστε όλοι μαζί πάνω από τους τάφους των θυμάτων μας. Θα ζητήσουμε συγχώρεση από τους νεκρούς μας των οποίων τα λείψανα δεν μπορέσαμε να βρούμε ακόμα. Δεν θα πετάνε στρατιωτικά αεροπλάνα πάνω από το κεφάλι μας, δεν θα λιώνουν την άσφαλτό μας τα τανκ. Είμαι πολύ ονειροπόλος μήπως; Θέλω κάτι το πολύ ανέφικτο; Όχι αγαπητέ αδελφέ, όχι. Όλα αυτά είναι στο δικό μας χέρι. Θα δεις που στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Όταν θυμούμαστε τις σημερινές μέρες, θα λέμε «τι βλάκες που ήμασταν».

Αγαπητά μου αδέλφια,

Γεννηθήκαμε, υποφέρουμε, αλλά ας μην πεθάνουμε προτού την απελευθέρωση της χώρας μας. Όπως εσείς λέτε πάντα: «Βάστα καλά». Ευχαριστώ όλους για την προσοχή σας. Τελειώνω την ομιλία μου με μερικούς στίχους του Δώρου Λοΐζου:

«Αν μια μέρα σε ρωτήσουν /
αν οι ποιητές είναι που αλλάζουν τον κόσμο /
ή τα κόμματα /
μην τυχόν και ντραπείς /
να τους διαβάσεις ένα δυο στίχους…»

 

* Το άρθρο του Σενέρ Λεβέντ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πολίτης στις 30 Νοεμβρίου 2015