Περίλυπος εστί η ψυχή μου έως θανάτου

kypriako2

Είπε και συνέχισε να προσεύχεται. Στον κήπο της Γεσθημανής. Ο Θάνατος πλησίαζε και έπρεπε να τον νικήσει με την ανάστασή του, για να μας χαρίσει την αιώνια ζωή.

Είχε μόλις προηγηθεί ο Μυστικός Δείπνος. Τα δείπνα, και δει τα μυστικά, μας προϊδεάζουν για μια προδοσία που ακολουθεί. Και η αλήθεια είναι πως όλοι θέλουμε να μην υφίστανται μυστικά δείπνα γιατί γεννούν προδοσίες. Εξάλλου με καλή πρόθεση είχε δοθεί και εκείνο το φιλί στον κήπο της Γεσθημανής. Πόσο δε μάλλον όταν περί αργυρίων- μπορεί να μην είναι τριάκοντα, αλλά πολύ περισσότερα- γίνεται η σύγκλιση του δείπνου.

Καμία κακή πρόθεση δεν αποδίδω στο σύγχρονο μυστικό δείπνο. Αντίθετα θεωρώ πως η πρόθεση ήταν καλή. Έξοδος από το αδιέξοδο. Καμιά φορά όμως τα αδιέξοδα προκύπτουν γιατί κάναμε λάθος επιλογή πορείας και η λύση δεν είναι να παραμένουμε αγκυλωμένοι, παγιδευμένοι και ακίνητοι μπροστά στο αδιέξοδο παρακαλώντας να γίνει το θαύμα της ανάστασης ενός νέου κύκλου συνομιλιών, αλλά να σκεφτούμε έξω από το κουτί και να μπορέσουμε να βρούμε νέους τρόπους και νέους δρόμους. Αναρωτιέμαι αν ο νέος τρόπος είναι το καλόπιασμα και το κρύψιμο του προβλήματος κάτω από το χαλί. Δεν θα ανακαλέσουμε τα περί ενωτικού δημοψηφίσματος, αλλά με μια μανούβρα θα το προσπεράσουμε λες και ποτέ δεν έγινε. Κάποιος μπορεί να πει γιατί όχι; Αν αυτό θα μας βοηθήσει να προσπεράσουμε τον σκόπελο; Άποψη σεβαστή.

Μόνο που στο σημείο που φτάσαμε το κυπριακό πρέπει να αντιμετωπίζεται με ανοικτά χαρτιά. Το κρυφά χαρτιά του πόκερ και οι μπλόφες δεν θα οδηγήσουν πουθενά. Το γεγονός πως μπήκε στο χορό και ο προεκλογικός αγώνας των προεδρικών, λες και δεν μας έφτανε το δημοψήφισμα για τον σουλτάνο, κάνει τα πράγματα ακόμη πιο ομιχλώδη.

Τα των Μυστικών Δείπνων και της προδοσίας τα έφερε στο μυαλό μου το βιβλίο Επιβάτες Φορτηγών του Κώστα Λιμπουρή. Ξεκινώντας από τον πόθο της επιστροφής ζωντανεύει τον πόνο του πολέμου, του ξεριζωμού, της προδοσίας- όχι σε ένα αλλά σε πολλά επίπεδα-. Πληρώνουμε 42 χρόνια μετά ένα πόλεμο που ποτέ δεν δώσαμε. Στρατιώτες χωρίς όπλα, λόχοι χωρίς εντολές, μάχες που ποτέ δεν δόθηκαν. Αγνοούμενοι και οικογένειες που χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά ποικιλοτρόπως. Παραπληροφόρηση, συσκότιση, φανατισμός. Κηδείες αγνοουμένων κάθε σαββατοκύριακο. Ζωές που διακόπηκαν βάναυσα και οικογένειες ολόκληρες παγιδευμένες σε μια παύση μισού σχεδόν αιώνα.

Επιβάτες φορτηγών οι στρατιώτες τότε. Επιβάτες ενός τρελού φορτηγού όλοι εμείς σήμερα. Χωρίς έλεγχο του παρόντος και του μέλλοντος μας. Και η ιστορία εκεί να μας θυμίζει τα δικά μας λάθη και τα δικά τους προμελετημένα εγκλήματα. Και να ταυτίζονται τα λάθη με τα εγκλήματα. Ο φανατισμός κάποιων ανεγκέφαλων φανατικών, ή και κάποιων παρασυρμένων οραματιστών, να αποκτά ίση βαρύτητα και συμμετοχή στο έγκλημα με επίσημες και μεθοδευμένες κρατικές πολιτικές.

Ο οδηγός- του φορτηγού- θέλει λέει πολύ και δεσμεύεται, ο συνοδηγός εκτελεί οδηγίες και πράττει ανάλογα- πότε θέλει, πότε δεν θέλει-, το GPS προγραμματισμένο με βάση πολύπλοκα εμπλεκόμενα συμφέροντα. Και οι επιβάτες; Έχουν ξεχάσει και από πού ξεκίνησαν και πού πορεύονται.

Το μόνο σίγουρο πως δεν θα έπρεπε να θέλουν άλλο θάνατο. Ποτέ ξανά πόλεμος. Καμιά μαυροφορεμένη μάνα ξανά. Κανένα νέο παιδί να μην αφαιρεθεί από τον χάρτη των ονείρων του γιατί κάποιοι παίζουν παιχνίδια εξουσίας και συμφερόντων. Πόσα χρόνια; Πόσος πόνος; Σβήνεται άραγε με ένα πάρε δώσε; Μετριέται με αριθμούς; Επιστρέφονται τα χρόνια που βάναυσα κλάπηκαν; Θα βρεθεί φόρμουλα δικαιοσύνης;

Ας μην βρεθεί. Ας μην σβηστεί. Φτάνει η νέα αρχή να είναι καθαρή. Βιώσιμη. Με όραμα την ειρήνη. Και ας θυμηθούμε ξανά πως ου περί χρημάτων τον αγώνα πιούμε- λέμε τώρα- αλλά για το αύριο.

Αλλά το αύριο θέλω να μου το διασφαλίσουν. Όχι με ληξιπρόθεσμα αξιόγραφα. Με καθαρές λύσεις. Χωρίς εγγυήσεις και παρεμβατικά δικαιώματα. Χωρίς ξένους στρατούς. Ας μην μιλήσω ποτέ για ενωτικό δημοψήφισμα, ούτε δέκα, ούτε είκοσι λεπτά τον χρόνο. Εξάλλου κανείς δεν μπορεί να κλέψει την Ελλάδα από το DNA μας. Είμαστε Ελλάδα, γιατί την μιλούμε σε κάθε λέξη που αρθρώνουμε, την μυριζόμαστε στη μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας, την νιώθουμε σε κάθε ηλιαχτίδα, την χορεύουμε σε κάθε ζεϊμπέκικο.

Στο επόμενο μυστικό δείπνο θέλω να με καλέσουν. Και στο φαγοπότι επάνω θα τους μιλήσω για τις μνήμες και για τα όνειρά μου, στο ακρογιάλι αυτό του Ομήρου και όταν θα μου πουν για τα 30 αργύρια θα τους γυρίσω την πλάτη και θα φύγω. Θα κατεβώ από το φορτηγό και θα πάρω το ποδήλατό μου.