ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ό,τι δεν σε σκοτώνει…

Συνταξιούχος

Έλενα Περικλέους, Β΄ αντιπρόεδρος ΕΔΕΚ

Το « Ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό», του Νίτσε φαντάζομαι είναι το μότο, η βαθιά πεποίθηση, η κινητήριος δύναμη όλων όσων σχεδίασαν το σχέδιο συντάξεων (και όχι μόνο), αλλά και όλων εμάς που το ανεχόμαστε. Να την σκληραγωγήσουμε θέλουμε λιγάκι την τρίτη ηλικία μας. Λίγο με τις συντάξεις, λίγο με τα νοσηλευτήριά μας, πολύ με την αδιαφορία μας. Όσους δεν σκοτώσει, σίγουρα θα γίνουν πιο δυνατοί.
Κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει «συντάξεις πείνας», όταν τυχαία, σε ένα μποτιλιάρισμα, από εκείνα που ξεκίνησαν ξανά στη ράθυμη μετά τις διακοπές στον Πρωταρά, Λευκωσία, ακούγοντας μια εκπομπή στο ραδιόφωνο.

Όχι από εκείνες που σου χαϊδεύουν τα αυτιά. Ούτε από εκείνες που διαβάζουν αποσπάσματα από το διαδίκτυο που ούτε οι παραγωγοί της εκπομπής πολλές φορές δεν ξέρουν που θα καταλήξουν. Ούτε από εκείνες που ο κόσμος μοιράζεται σε δύο στρατόπεδα. Πολύ μας αρέσει αυτό. Μας δίνει την αίσθηση του ανήκειν, νιώθουμε πως πρέπει ή να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε, λες και όλα είναι άσπρο-μαύρο. Αν μάλιστα ούτε συμφωνείς, ούτε διαφωνείς, σε κάνουν να νιώθεις ανεγκέφαλος μιας και δεν έχεις άποψη. Δεν μας περνάει πλέον καν από το μυαλό πως μπορεί να έχουμε μια τρίτη… μια τέταρτη… μια δέκατη έκτη άποψη. Δεν υπάρχει άλλη άποψη. Το συνηθίσαμε πολύ αυτό με το κυπριακό και σιγά σιγά άρχισε να διαβρώνει και όλα τα υπόλοιπα.

Αναφέρομαι σε μια εκπομπή με την παρέμβαση του κοινού. Συνήθως ούτε και αυτές αποκαλύπτουν κάτι. Εκείνοι που έχουν κάτι πραγματικά να μοιραστούν συχνά δεν έχουν τον χρόνο, τη διάθεση, το σθένος να πάρουν τηλέφωνο και να κάνουν παρέμβαση.

Και ξαφνικά έγινα δέκτης πολλών, επαναλαμβανόμενων «πεινούμε». Αληθινά ειπωμένων. Με πόνο ψυχής. Διακοπτόμενα από λυγμούς απελπισίας. Τα οποία άφησαν άφωνους τους πάντες στο στούντιο αλλά και στους ραδιοφωνικούς δέκτες. Τότε σαν χαστούκι συνειδητοποίησα τα χάλια της κοινωνίας μας. Την περιχαράκωση του καθενός από εμάς σε ατομικό επίπεδο αλλά και της κοινωνίας μας σε συλλογικό.
Πεινά η τρίτη ηλικία. Η οποία δεν είναι κάτι αόριστο , απροσδιόριστο και γενικό. Δεν είναι απλώς αόριστα μια ευάλωτη ομάδα την οποία ενίοτε θυμόμαστε να αναφέρουμε και να δηλώσουμε πως πρέπει να την στηρίξουμε. Τους βάλαμε ταμπέλα και τους τσουβαλιάσαμε. Η τρίτη ηλικία η οποία δηλώνει πως «πεινά» είναι, αν είσαι μέχρι 20 και κάτι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες σου, αν είσαι σαράντα και βάλε, οι γονείς σου, αν είσαι ακόμη πιο πάνω μάλλον σύντομα και εσύ.

Είναι εκείνοι που έζησαν, πάλεψαν, έκτισαν, δούλεψαν, πολέμησαν, σπούδασαν και πάντρεψαν παιδιά, βάφτισαν εγγόνια, χαρτζιλίκωσαν εφήβους και τώρα, εκτός παραγωγής πια, αν είναι τυχεροί, έχουν οικογένεια, μισθοσυντηρούμενη ή καλοβολεμμένη, στηριγμένη στους δικούς τους πρωτίστως κόπους ή και κληροδοτήματα, να τους στηρίξει. Αν όχι, παλεύουν, με τις συντάξεις πείνας που το κράτος τους δίνει για ευχαριστώ στα όσα πρόσφεραν, να επιβιώσουν.

Δεν θα σταθώ στο πόσα παίρνουν για όσα δούλεψαν, πρόσφεραν, θυσίασαν, μια ζωή γιατί, το σύστημα είναι σαφέστατα άδικο μιας και λειτουργεί καθαρά, και εκ προοιμίου, αντίθετα με τις πραγματικές ανάγκες σου.

Χρειάζεσαι πολλά; Σου δίνει λίγα ή και ελάχιστά. Δεν το έχεις ανάγκη; Αδειάζει, για να σου δώσει την φουσκωμένη από τον νόμο, μονή ή διπλή σύνταξη, αφού προφανώς ήσουν εκεί την ώρα που ο νόμος και οι λεπτομέρειες του σχεδιάζονταν.

Το επίπεδο μιας κοινωνίας λένε, κρίνεται από το πώς φέρεται στην τρίτη ηλικία. Γιατί; Μα γιατί εκεί μετρά η ανιδιοτέλειά της. Δίνεις χωρίς πια να περιμένεις να πάρεις πίσω. Δίνεις καθαρά από σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Δίνεις γιατί σε εκείνη οφείλεις την παρουσία σου αλλά και την ουσία σου.
Να πω πως το επίπεδο μας είναι στα πατώματα; Δεν ξέρω, αλλά η κραυγή απελπισίας έτσι με έκανε να νιώσω. Τα «περήφανα γηρατειά» σαφέστατα τα έχουμε εξαθλιώσει όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, με τα νομοθετήματα, την αδιαφορία και την απάθειά μας.

Αχ βρε παππού, που η ευχή σου ήταν πάντα: «Καλά υστερινά κόρη μου. Καλά υστερινά»

You may also like