ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Άτακτη Οπισθοχώρηση του ΠτΔ και η επιστροφή στη Γενεύη

MARIA PANAYIOTOU FOR WEBSITE

της Μαρίας Παναγιώτου
Εκπρόσωπος Τύπου ΕΔΕΚ

Η κρισιμότητα της επικείμενης συνάντησης στη Γενεύη επιβάλλει μία αντικειμενική αποτίμηση των αποτελεσμάτων του δείπνου της Νέας Υόρκης. Για να είναι όμως ολοκληρωμένη αυτή η αποτίμηση, πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με τα όσα δημόσια είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ) στο διάγγελμά του στις 22/5 αλλά και τα όσα ανέφερε στο Εθνικό Συμβούλιο (ΕΣ) στις 2/6.
Στη συνεδρία του ΕΣ στις 2/6 ο ΠτΔ εξέφρασε στους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων την επιθυμία του για μια νέα διάσκεψη που θα αποτελούσε συνέχεια της διάσκεψης της 12ης Ιανουαρίου στη Γενεύη η οποία έγινε για να συζητηθεί αποκλειστικά το κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων.
Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 22/5 ο ΠτΔ εξήγησε δημόσια πως η πρότασή του για την επικείμενη διάσκεψη, περιλάμβανε: «Πρώτον: Να συνέλθει η Διάσκεψη για την Κύπρο προς ολοκλήρωση και κατάληξη της συζήτησης στο Κεφάλαιο της Ασφάλειας και Εγγυήσεων. Δεύτερον: Εάν και εφόσον υπάρξει κατάληξη να προχωρήσει αμέσως η συζήτηση και επίλυση του Εδαφικού, και Τρίτον: Εν συνεχεία παραμονή στη Γενεύη για όσο χρειαστεί, προκειμένου να επιτευχθεί όχι μόνο ουσιαστική πρόοδος άλλα ακόμη και συνολική επίλυση του Κυπριακού».

Το τρίπτυχο της πρότασης Αναστασιάδη απέρριπτε και την αλληλένδετη συζήτηση αφού στόχευε ξεκάθαρα στο κλείσιμο των δύο κεφαλαίων και έθετε σε επόμενο στάδιο τη συζήτηση για τα υπόλοιπα θέματα.

Με βάση όμως την ανακοίνωση του δείπνου της 4ης Ιουνίου η επικείμενη διάσκεψη δεν θα έχει αποκλειστικό αντικείμενο συζήτησης τα θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων, όπως θα έπρεπε, αλλά σε αυτήν όλα τα θέματα «θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αλληλένδετα».

Ταυτόχρονα, παρόλο που στο ανακοινωθέν αναγνωρίζεται πως η πρόοδος στο κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων είναι «ουσιαστικό στοιχείο για την επίτευξη συνολικής συμφωνίας» δεν αποτελεί προϋπόθεση για την συζήτηση των υπολοίπων θεμάτων. Με άλλα λόγια, η πρόοδος σε ασφάλεια και εγγυήσεις δεν είναι προϋπόθεση για να προχωρήσει η συζήτηση στα υπόλοιπα κεφάλαια. Έτσι δεν τηρείται το δεύτερο και τρίτο σημείο της πρότασης Αναστασιάδη (βλ. πιο πάνω) ενώ γίνεται αποδεκτή η αλληλένδετη συζήτηση όλων των κεφαλαίων.

Κατά τη συνεδρία του ΕΣ στις 2/6 ο ΠτΔ είχε παραδεχθεί πως δεν εμπιστευόταν τον εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Κύπρο λόγω της αποδεδειγμένης μεροληπτικής του στάσης. Παρά όμως την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον κ. Άιντα, ο ΠτΔ αποδέχθηκε να του ανατεθεί η προετοιμασία κοινού εγγράφου που θα καθοδηγεί την συζήτηση στα θέματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων.

Με βάση τα πιο πάνω γίνεται κατανοητό πως καμία από τις προϋποθέσεις που θέσε ο ΠτΔ δεν ικανοποιήθηκε. Ταυτόχρονα, η συνέχιση του διαλόγου σε επίπεδο λαθροβίωσης και χωρίς κατάληξη στα κεφάλαια της ασφάλειας, των εγγυήσεων και του εδαφικού οδηγεί σε αυτό που εύστοχα ο Νίκος Αναστασιάδης περιέγραψε στις 22/5: «Από την ώρα που αποφεύγουμε συζήτηση ουσιαστικών θεμάτων όπως είναι οι εγγυήσεις και η ασφάλεια, την ίδια ώρα δίδουμε την ευκαιρία να συνεχισθεί ένας διάλογος με επαναλήψεις των θέσεων της κάθε πλευράς».

Έπειτα, η ένταξη της συζήτησης των εγγυήσεων και του εδαφικού στο πλαίσιο των συζητήσεων με την Τουρκοκυπριακή πλευρά, στην ουσία το μετατρέπει από διεθνές σε διακοινοτικό πρόβλημα και απαλλάσσει την Τουρκία από τις όποιες ευθύνες έχει.
Ακόμη, η διαιώνιση της πενταμερούς και η απουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) οδηγεί είτε σε υποβάθμιση της ΚΔ, είτε σε αναβάθμιση του ψευδοκράτους. Αυτό εκτιμούμε ότι είναι η απαρχή της υποβάθμισης της ΚΔ.

Στις 22/5 ο ΠτΔ είχε εκφράσει την πεποίθηση πως η πρότασή του όπως υποβλήθηκε αφορά «στο να δημιουργηθούν συνθήκες όχι απλά προόδου αλλά επίλυσης του Κυπριακού». Συμπεραίνουμε πως με βάση την πιο πάνω λογική, η μη υιοθέτηση της πρότασης Αναστασιάδη όχι μόνο δεν θα οδηγήσει στην επιθυμητή πρόοδο, αλλά σε περίπτωση αδιεξόδου θα αποδοθούν ευθύνες και στη δική μας πλευρά που αποδέχθηκε τη μετάβαση στη Γενεύη με βάση το πιο πάνω πλαίσιο. Η διεκδίκηση της αρχικής πρότασης του ΠτΔ θα εξασφάλιζε τουλάχιστον την αποφυγή επίρριψης ευθυνών στην πλευρά μας και θα άφηνε την Τουρκία να επωμισθεί τις δικές της ευθύνες.