Ο εφιάλτης και ο ονειροκρίτης

thanatos-oneiro

Μπήκα στο πάρκινγκ, που παρόλο που ήταν πάρκινγκ δεν ήταν όπως τα πάρκινγκ των αμερικάνικων ή και άλλης προσέλευσης ταινιών τρόμου. Ένα κανονικό φωτεινό πάρκινγκ. Κυπριακό έμοιαζε αφού ήταν ημιπαράνομο. Ξέρετε, από εκείνα που δεν πληρώνουν τους φόρους τους, αλλά όλα καλά. Και ημιυπόγειο. Στο άκτιστο ισόγειο μιας ολιγοόροφης πολυκατοικίας. Το τακτοποιώ το παλιό μου το αμάξι, εκείνο που κανένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο δεν το απειλεί (εξάλλου σε ποια δημοπρασία θα το διεκδικούσε κάποιος;), πέρα από το δάνειο που χρειάζομαι μήνα παρά μήνα για να χρηματοδοτήσω τα πολυέξοδα σέρβις του. Το τακτοποιώ λοιπόν, το κλειδώνω και ξεκινώ να φεύγω. Πάνω εκεί που γυρίζω να ρίξω μια τελευταία ματιά, όπως κάνουμε όλοι, ανακαλύπτω πως είμαι «κλεισμένη» από άλλα αυτοκίνητα. Με ιώβεια υπομονή το μετακινώ, ενώ από μέσα μου βρίζω τον εαυτό μου για την έλλειψη προσοχής και την αφηρημάδα μου. Στην δεύτερη απόπειρα ήμουν ακόμη πιο προσεκτική.

«Ναι!», πανηγυρίζω: «Φεύγω πανεύκολα». Και συγχαίρω, από μέσα μου πάντα, τον εαυτό μου για την εξαιρετικά ευρηματική στρατηγική θέση που επέλεξα. Ξανά μια τελευταία ματιά και νέο κλείσιμο αποκαλύπτεται. Και φτου ξανά και από την αρχή. Ξανά και ξανά να επιχειρώ να εντοπίσω χώρο στάθμευσης και να βρίσκομαι ξανά από την αρχή αποκλεισμένη. Την ώρα που είμαι έτοιμη να τα παρατήσω και να κάνω χαρακίρι ή να παραδοθώ ή να κτυπήσω το κεφάλι μου ή το αυτοκίνητό μου, στον απέναντι τοίχο ή και όλα τα πιο πάνω, ξυπνώ κάθιδρη. Εφιάλτης τελικά. Που όμως δεν έλεγε να με αφήσει. Με βασάνισε και στον ξύπνιο μου αρκετά. «Κάτι σημαίνει» Όσο και να το γκούκλαρα, όσους ονειροκρίτες και να άνοιξα δεν έβγαζα άκρη. Τελικά έκανα την καρδιά μου πέτρα, μέτρησα και το τελευταίο ευρώ που βρήκα αδέσποτο σε σκοτεινά συρτάρια και σε αραχνιασμένες γωνιές και πήγα. Πήγα στον ψυχολόγο/ψυχίατρο μου μπας και με απελευθερώσει, με τις πάντα σοφές του ατάκες, από το άγχος μου. «Μα να μην μπορώ να βρω πάρκινγκ;»

Είχαμε ξεπεράσει εδώ και καιρό τις άτοπες ερωτήσεις, εκείνες που σπάζουν τον πάγο, ξέρετε….. Ποια η σχέση σας με τον πατέρα σας…Μήπως ζηλεύετε την μητέρα σας… Πως ήταν τα παιδικά σας χρόνια… κ.λπ.

Αφού τα είπα όλα χαρτί και καλαμάρι, μέχρι και χρώματα και αριθμούς κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που με έκλειναν θυμήθηκα, την βρήκαμε την απάντηση. Α! Ναι, καταπληκτικός! Σας τον συστήνω ανεπιφύλακτα.

Έχουμε και λέμε. Το μαύρο βαν που με είχε κλείσει δεν είναι τίποτα άλλο από το επόμενο τρομοκρατικό κτύπημα που απειλεί τον κόσμο. Πέρα από τα όποια μέτρα παίρνουν λέει, αφού το έβρισκα συνεχώς μπροστά μου, αυτό εκεί. Να μου κλείνει τον δρόμο, αφού είναι παντού. Ο κουκουλοφόρος που το οδηγούσε είναι ανάμεσα μας. Ρατσιστικό δημιούργημα της κοινωνίας μας που αποκλείει και απορρίπτει, επέστρεψε πιο ρατσιστής από εμάς, χωρίς κανένα σεβασμό, να μας απορρίψει και να μας κατακρεουργήσει, αφού για εκείνον η ανθρώπινη ζωή δεν έχει καμία σημασία. Μιας και δεν μπορώ να έχω ό,τι και εσείς, θα καταστρέψω και εσάς και ό,τι εσείς απολαμβάνετε. Είμαι παντού και ναι, είμαι ο εχθρός εντός των πυλών. Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι εδώ. Απλώς δεν σας το είπαν ακόμη.

Το άσπρο ψηλό αυτοκίνητο με το φως που αναβόσβηνε ήταν ασθενοφόρο. Αμετακίνητο. Αφού το Υπουργείο λέει δεν θα ενδώσει (τέτοιο σπουδαίο ΓΕΣΥ που ετοιμάστηκε και να το τινάξουν στον αέρα με τα αιτήματά τους;) και οι νοσηλευτές επιμένουν να διεκδικούν. Τώρα αν το ασθενοφόρο ήταν ταξί ή έστω λιμενεργάτης, να το σκεφτούμε (διαβλέπω μια ρατσιστική προσέγγιση στον τρόπο που τυγχάνουν χειρισμού τα όποια αιτήματα; Α μπα, ιδέα μου θα είναι). Όχι. Εμείς αυτά δίνουμε, σε όποιο δεν αρέσει ιδού η πόρτα, ιδού και η έξοδος. Εμείς θα την ανοίξουμε έτσι κι αλλιώς για να στείλουμε περιστατικά στον ιδιωτικό τομέα και για να προσλάβουμε άλλους νοσηλευτές.

Το μεγάλο φορτηγό πάλι, καμία αμφιβολία πως πρόκειται για απορριμματοφόρο. Γεμάτο, όχι σκουπίδια αλλά χοντρά, πολύ χοντρά, λεφτά και μίζες. Τι σημασία έχει που εγώ φώναζα δυνατά: «Μα εγώ ανακυκλώνω!». Και εσύ για διερεύνηση, θα ανοίξει και ο δικός σου φάκελος! Άκουσα μια υποχθόνια φωνή να λέει και κατατρόμαξα.

Το σχολικό λεωφορείο που με τίποτα δεν με άφηνε να παρκάρω, ήταν, είπε ο σοφός ψυχολόγος, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που όλο και ρυθμίζει και αποσυντονίζει, για να ξαναρυθμίσει και να ξαναανακαλύψει τον τροχό. Λέξεις, γράμματα, αριθμοί, ώρες και διορισμοί, συμβασιούχοι και αντικαταστάτες, αξιολογήσεις και κανονισμοί και τα παιδικά χρόνια να κυλούν και πίσω να μην γυρνούν… και το ανοικτό, χαρούμενο, δημοκρατικό σχολείο να χάνεται στην μαύρη τρύπα των συσκέψεων και των αξιολογήσεων επί των αξιολογήσεων…

Κάπου εδώ τέλειωσε η ώρα της ψυχοθεραπείας. Μια ώρα ακριβώς. Ούτε ένα λεπτό περισσότερο, ούτε ένα λεπτό λιγότερο. Και λένε, οι ψυχολόγοι, πως εμείς είμαστε, οι ασθενείς δηλαδή, που έχουμε εμμονές.

Κατέβηκα στο πάρκινγκ, με τις περισσότερες απορίες μου λυμένες. Κάτι μικρά αυτοκίνητα διαφόρων χρωμάτων και διαφορετικού κυβισμού, μάλλον θα ήταν τα προσωπικά μου αδιέξοδα, αλλά για αυτά δεν χρειάζομαι πια ψυχολόγο. Είναι τα άλλα, τα φορτηγά, τα ασθενοφόρα, τα μαύρα βαν, τα σχολικά λεωφορεία που είναι δυσανάλογα των αντοχών μου και έχουν καταντήσει τα συλλογικά μας αδιέξοδα του τρόμου…

You may also like