Απόφαση για την Oικονομία και την Aνάπτυξη

Η επιδίωξη μιας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης στο κυπριακό, περνά μέσα από μια ισχυρή Κύπρο. Μέσα από μια οικονομία που αναπτύσσεται. Μέσα από μια κοινωνία που ευημερεί.

Δυστυχώς, η πραγματικότητα σήμερα δεν έχει καμιά σχέση ούτε με την ανάπτυξη, ούτε με την ευημερία. Αντίθετα. Η οικονομία βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση, ενώ η κοινωνία πιέζεται, περιορίζεται, αγωνιά.

Οι αριθμοί είναι απολύτως χαρακτηριστικοί.

Το δημοσιονομικό πλεόνασμα του 3.5% κατέληξε σε έλλειμμα 6.5%. Το δημόσιο χρέος από 48,4% του ΑΕΠ ξεπέρασε το 63%. Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης από 4.5% μειώθηκε στο 0.5%, ενώ ο πληθωρισμός από 1.2 έφθασε στο 3.6%. Η ανεργία έφτασε σε πρωτοφανή για την Κύπρο δεδομένα και τρέχει με ρυθμούς που κυμαίνονται γύρω στο 7%, ενώ στους νέους το ποσοστό είναι διπλάσιο.

Περισσότερο χαρακτηριστικό όμως, είναι αυτό που ζούμε καθημερινά στην κοινωνία. Την απόγνωση νέων ανθρώπων που δεν μπορούν να βρουν δουλειά. Το άγχος των εργαζομένων για το μέλλον τους. Τη στενοχώρια της νοικοκυράς για εκείνα που πρέπει να περιορίσει, ώστε να τα βγάλει πέρα. Την αβεβαιότητα του επαγγελματία και του μικρομεσαίου για την επόμενη μέρα.

Απέναντι στα προβλήματα της οικονομίας, η κυβέρνηση επέλεξε για μήνες ρόλο παρατηρητή. Συζητούσε, διαβουλευόταν χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτε. Οι ευθύνες με τα συγκυβερνώτα κόμματα ΑΚΕΛ – ΔΗΚΟ είναι βαρύτατες.

Και γιατί δεν συνειδητοποίησαν το μέγεθος της κρίσης. Και γιατί δεν κατάλαβαν τις συνέπειες της για την Κύπρο. Και γιατί δεν πήραν έγκαιρα τα σωστά μέτρα, με συνέπεια όσα τώρα αποφάσισαν να είναι περισσότερο επώδυνα από αυτά που θα μπορούσαν να είχαν αποφασιστεί πριν 8 ή 10 μήνες. Αλλά και γιατί τα μέτρα που τελικά ανακοίνωσαν είναι κοινωνικά άδικα και οικονομικά ατελέσφορα.

Κοινωνικά άδικα, γιατί συνιστούν φοροεπιδρομή σε βάρος των μη προνομιούχων και μόνον.

Αντί για φορολόγηση του αδρανούς πλούτου και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αντί για έκτακτο – εφ άπαξ – τέλος κοινωνικής αλληλεγγύης στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, η κυβέρνηση επέβαλε φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα, φορολογία στα τρόφιμα και τα φάρμακα, αύξηση της τιμής του νερού και μείωση του επιτοκίου στις αποζημιώσεις των απαλλοτριώσεων.

Τον εφησυχασμό, την αναβλητικότητα και την αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, πληρώνουν σήμερα τα μεσαία και χαμηλά στρώματα του λαού μας.

Αντί για μέτρα που θα διασφαλίζουν δημοσιονομική εξυγίανση, μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές ούτως ώστε να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ανάπτυξης, το συνταξιοδοτικό παραμένει ανέγγιχτο, οι δομικές αλλαγές παραπέμπονται στις καλένδες, και η περιστολή των δαπανών αποτελεί περισσότερο ευχολόγιο παρά πραγματικότητα.

Η ΕΔΕΚ επιμένει. Η δημοσιονομική εξυγίανση δεν επιτυγχάνεται με αύξηση φόρων στα είδη πρώτης ανάγκης. Επιτυγχάνεται με μείωση του κόστους και αύξηση της παραγωγικότητας της δημόσιας υπηρεσίας. Με φορολόγηση του αδρανούς πλούτου. Με δράσεις που οδηγούν στην ανάπτυξη.

Δυστυχώς στο βωμό της προσπάθειας να διατηρηθεί η κυβερνητική συμμαχία, θυσιάστηκε η προοπτική εξόδου από την κρίση και η κοινωνική δικαιοσύνη.

Η ΕΔΕΚ δεν πρόκειται να συναινέσει στα μέτρα αυτά. Ως σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο έχει στο επίκεντρο της πολιτικής του την προάσπιση των μικρο – μεσαίων στρωμάτων του λαού και των μη προνομιούχων, προτείνουμε σήμερα λύσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κυπριακής οικονομίας.

Παράλληλος στόχος μας είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η επανένταξη στον κοινωνικό ιστό των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων τα οποία βρίσκονται κάτω ή στο όριο της φτώχειας.

Προτείνουμε για τη μείωση των κρατικών δαπανών:
– Κατάργηση της συμπερίληψης των επιδομάτων των ανώτερων αξιωματούχων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των ανεξάρτητων αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας στις συντάξιμες απολαβές. Η υπάρχουσα κατάσταση προκαλεί το αίσθημα της κοινωνίας και ως εκ τούτου, το προτεινόμενο μέτρο θα πρέπει πρώτα να εφαρμοστεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Υπουργούς και βουλευτές.
– Κατάργηση της πρόκλησης των πολλαπλών συντάξεων και της ταυτόχρονης παραχώρησης σύνταξης και μισθού.
– Δημιουργία ανεξάρτητων σωμάτων καθορισμού της παραγωγικότητας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, επί τη βάση της οποίας να καθορίζεται ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας.
– Σύνδεση των αυξήσεων στη Δημόσια Υπηρεσία με την παραγωγικότητα κατά τμήμα ή και κατ’ άτομο.
– Αναπροσαρμογή του τρόπου παραχώρησης της ΑΤΑ έτσι ώστε να δίνεται μεγαλύτερη ΑΤΑ στους χαμηλά σε σύγκριση με τους υψηλά αμοιβόμενους υπαλλήλους.
– Ευρεία εφαρμογή της εναλλαξιμότητας για περιορισμό των προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία με την ενοποίηση και ομαδοποίηση των σχεδίων υπηρεσίας.
– Στόχευση των επιδομάτων με βάση μισθολογικά και αντικειμενικά κριτήρια.

Για την αύξηση των εσόδων του Κράτους προτείνουμε:
– Φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας μέσω της αναπροσαρμογής των τιμών των ακινήτων στα σημερινά δεδομένα της αγοράς.
– Επιβολή τέλους στις Τράπεζες ανά συναλλαγή με βάση το ενεργητικό ή παθητικό τους.
– Εκσυγχρονισμό της φορολογίας του στοιχήματος
– Υιοθέτηση αποτρεπτικών ποινών για όσους φοροδιαφεύγουν.
– Κατάργηση ορισμένων Ημικρατικών Οργανισμών που αποπροσανατολίζουν το κράτος από τον κοινωνικό του ρόλο. Δεν μπορούμε ως σοσιαλιστές να δεχθούμε το Κράτος να παραμένει μέτοχος σε εταιρείες που έπαυσαν να είναι φυσικά μονοπώλια ή είναι ζημιογόνες. Κρατική Εταιρεία Αρτοποιών, Οργανισμός Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας, Συμβούλιο Ελαιοκομικών Προϊόντων δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Ούτε μπορεί στο όνομα της ύπαρξης εθνικού αερομεταφορέα, ο Κύπριος Φορολογούμενος να καλείται να επωμίζεται τις συνεχώς διογκούμενες ζημιές της Εταιρείας. Επιβάλλεται άμεσα η υιοθέτηση σχεδίου εξυγίανσης και η αναζήτηση στρατηγικού επενδυτή.

Εξ άλλου απάντηση στο δημόσιο χρέος είναι και η σταδιακή διάθεση μέρους του μετοχικού κεφαλαίου ορισμένων Ημικρατικών Οργανισμών στον ιδιωτικό τομέα, η οποία δεν θα τους καταστήσει ιδιωτικούς, αφού πέραν του 50% των μετοχών θα παραμείνει στο κράτος το οποίο και θα ασκεί τον έλεγχο.

Για την ΕΔΕΚ κυρίαρχος στόχος παραμένει η προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης και της ευημερίας των εργαζομένων με την προώθηση ενός σύγχρονου μοντέλου ανάπτυξης της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς.

Προς την κατεύθυνση αυτή προτείνουμε:

– Ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας στους νέους και στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ειδικότερα με ενισχύσεις για πρόσληψη και κατάρτιση προσωπικού.
– Εφαρμογή σύγχρονης βιομηχανικής πολιτικής με άξονες τις νέες καινοτομίες και τις σύγχρονες τεχνολογίες.
– Ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας και ενθάρρυνση της πράσινης οικονομίας.
– Ενθάρρυνση των επενδύσεων για τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης σε νέους τομείς υπηρεσιών, όπως η εκπαίδευση, οι ιατρικές και θεραπευτικές υπηρεσίες, οι κοινωνικές υπηρεσίες φροντίδας παιδιών και ατόμων τρίτης ηλικίας.
– Εφαρμογή νέας στρατηγικής για την ανάπτυξη του τουρισμού με τη δημιουργία θεματικού τουριστικού προϊόντος.
– Κατάργηση των μεταβιβαστικών τελών για ιδιοκατοίκηση.
– Μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό κέντρο ιατρικών υπηρεσιών.

Από αυτό το Προγραμματικό Συνέδριο διαμορφώνουμε μια κοινωνική συμφωνία, ένα συμβόλαιο με τους πολίτες, επίκαιρο, σύγχρονο και προοδευτικό.

Βασικοί μας στόχοι:
– Μια κοινωνία συνοχής, αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης.
– Προτεραιότητα στην παιδεία, την έρευνα, την τεχνολογία και τη δια βίου εκπαίδευση.
Σύγκρουση με τη διαπλοκή, τη διαφθορά και τους αδιαφανείς μηχανισμούς στη δημόσια ζωή.
– Μια νέα αποτελεσματική πολιτική για το περιβάλλον.
– Υψηλού επιπέδου ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το σύνολο του πληθυσμού, με εφαρμογή του Γενικού Σχεδίου Υγείας και παροχή πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας επί 24ωρης βάσης.
– Μια νέα πολιτική για την ύπαιθρο και τους αγρότες μας.
– Θεμελιακή μεταρρύθμιση στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη βάση του τρίπτυχου, Αποκέντρωση –Διοικητική Αυτοτέλεια – Οικονομική Αυτοδυναμία.
– Μια άλλη πολιτική για τις γυναίκες και τη νέα γενιά, για να πάρουν τη θέση που τους αξίζει στην Κυπριακή Κοινωνία.
– Στρατηγική για την πολιτιστική αναγέννηση και την προώθηση του αθλητισμού ως καθολικού αγαθού προσβάσιμου σε όλους.
– Ολοκληρωμένη μεταναστευτική πολιτική. Επιβάλλεται να γίνει κατανοητό ότι υπάρχουν δικαιολογημένες ανησυχίες στους πολίτες για το πρόβλημα της μετανάστευσης. Ασφαλώς η απάντηση δεν είναι ούτε τα γκέτο, ούτε η ξενοφοβία, αλλά οι αληθινές μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν την ενσωμάτωση και θα επιδείξουν μηδενική ανοχή στη λαθρομετανάστευση, την μαύρη εργασία και την εμπορία ανθρώπων.

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
13/12/10